Η βασιλοπούλα κάθεται στην άκρη του πηγαδιού κάτω από τη γέρικη φλαμουριά και πετά ψηλά μια χρυσή μπάλα Ένας πράσινος βάτραχος βγάζει το κεφάλι του από το πηγάδι και μιλάει στη βασιλοπούλα που κλαίει Ο βάτραχος κάθεται μπροστά σε μια μεγάλη πόρτα, στην κορυφή της μαρμάρινης σκάλας Ο βάτραχος κάθεται πάνω στο τραπέζι και τρώει από το χρυσό πιατάκι της βασιλοπούλας, κι ο βασιλιάς τον κοιτάζει καλοσυνάτα Στη θέση του βατράχου στέκεται στο δωμάτιο ένα καλοσυνάτο βασιλόπουλο, κι η βασιλοπούλα το κοιτάζει έκπληκτη Μια άμαξα με οχτώ άσπρα άλογα τρέχει στον δρόμο, και πίσω της στέκεται ο χαρούμενος υπηρέτης Ερρίκος

Ο βασιλιάς βάτραχος

Η χρυσή μπάλα · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−10:17

Η πιο μικρή βασιλοπούλα χάνει τη χρυσή της μπάλα σε ένα βαθύ πηγάδι, κι ένας βάτραχος της τη φέρνει πίσω, αν του υποσχεθεί τη φιλία της. Ένα παραμύθι των αδελφών Γκριμ για τις υποσχέσεις που πρέπει να κρατάμε, μεταφρασμένο από το γερμανικό πρωτότυπο.

Αδελφοί Γκριμ · 10 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Ο βασιλιάς βάτραχος: το κείμενο του παραμυθιού

Αδελφοί Γκριμ (1857). Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο «Der Froschkönig oder der eiserne Heinrich».

Στα παλιά τα χρόνια, τότε που οι ευχές έπιαναν ακόμα, ζούσε ένας βασιλιάς που όλες του οι κόρες ήταν όμορφες, μα η μικρότερη ήταν τόσο όμορφη, που ακόμα κι ο ίδιος ο ήλιος, που έχει δει τόσα και τόσα, θαύμαζε κάθε φορά που της φώτιζε το πρόσωπο. Κοντά στο παλάτι του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο, σκοτεινό δάσος, και μέσα στο δάσος, κάτω από μια γέρικη φλαμουριά, ήταν ένα πηγάδι. Όταν λοιπόν η μέρα ήταν πολύ ζεστή, η βασιλοπούλα πήγαινε στο δάσος και καθόταν στην άκρη του δροσερού πηγαδιού. Κι όταν βαριόταν, έπαιρνε μια χρυσή μπάλα, την πετούσε ψηλά και την έπιανε ξανά. Αυτό ήταν το πιο αγαπημένο της παιχνίδι.

Κάποια φορά όμως έτυχε η χρυσή μπάλα της βασιλοπούλας να μην πέσει στο χεράκι της, που το κρατούσε ψηλά, αλλά να πέσει δίπλα, να χτυπήσει στο χώμα και να κυλήσει ίσια μέσα στο νερό. Η βασιλοπούλα την ακολούθησε με τα μάτια της, μα η μπάλα χάθηκε, και το πηγάδι ήταν βαθύ, τόσο βαθύ, που δεν φαινόταν ο πάτος του. Τότε άρχισε να κλαίει, κι έκλαιγε όλο και πιο δυνατά, και δεν μπορούσε με τίποτα να παρηγορηθεί.

Κι εκεί που έκλαιγε έτσι, κάποιος της φώναξε: «Τι έπαθες, βασιλοπούλα; Κλαις τόσο, που θα ράγιζε και η πέτρα.» Κοίταξε γύρω της να δει από πού ερχόταν η φωνή, κι είδε έναν βάτραχο, που έβγαζε το χοντρό, άσχημο κεφάλι του από το νερό. «Α, εσύ είσαι, γέρο πλατσουριστή», είπε. «Κλαίω για τη χρυσή μου μπάλα, που μου έπεσε μέσα στο πηγάδι.» «Ησύχασε και μην κλαις», απάντησε ο βάτραχος. «Μπορώ να σε βοηθήσω. Τι θα μου δώσεις όμως, αν σου φέρω πίσω το παιχνίδι σου;» «Όσα θέλεις, καλέ μου βάτραχε», είπε εκείνη, «τα φορέματά μου, τα μαργαριτάρια μου και τα πετράδια μου, ακόμα και τη χρυσή κορόνα που φοράω.»

Ο βάτραχος απάντησε: «Τα φορέματά σου, τα μαργαριτάρια σου και τα πετράδια σου, και τη χρυσή σου κορόνα, δεν τα θέλω. Αν όμως με αγαπήσεις, κι αν γίνω ο σύντροφός σου κι ο φίλος σου στο παιχνίδι, να κάθομαι δίπλα σου στο τραπεζάκι σου, να τρώω από το χρυσό σου πιατάκι, να πίνω από το ποτηράκι σου, να κοιμάμαι στο κρεβατάκι σου, αν μου τα υποσχεθείς αυτά, θα κατέβω κάτω και θα σου φέρω πίσω τη χρυσή μπάλα.» «Α, ναι», είπε εκείνη, «σου υπόσχομαι όσα θέλεις, φτάνει να μου φέρεις πίσω την μπάλα.» Μέσα της όμως σκεφτόταν: «Τι φλυαρίες λέει αυτός ο χαζός βάτραχος! Κάθεται μέσα στο νερό με τους όμοιούς του και κάνει κουάξ, και δεν μπορεί να γίνει σύντροφος κανενός ανθρώπου.»

Μόλις ο βάτραχος πήρε την υπόσχεση, βούτηξε το κεφάλι του στο νερό και βυθίστηκε, κι ύστερα από λίγο ανέβηκε ξανά κολυμπώντας, με την μπάλα στο στόμα του, και την πέταξε στο γρασίδι. Η βασιλοπούλα γέμισε χαρά όταν ξαναείδε το όμορφο παιχνίδι της, το σήκωσε κι έφυγε τρέχοντας μαζί του. «Περίμενε, περίμενε», φώναξε ο βάτραχος, «πάρε με μαζί σου, δεν μπορώ να τρέξω τόσο γρήγορα όσο εσύ.» Μα τι τον ωφελούσε που της φώναζε από πίσω το κουάξ κουάξ του όσο πιο δυνατά μπορούσε! Εκείνη δεν τον άκουγε, έτρεξε βιαστικά στο σπίτι, και σε λίγο είχε ξεχάσει τον καημένο τον βάτραχο, που αναγκάστηκε να κατέβει ξανά στο πηγάδι του.

Την άλλη μέρα, είχε καθίσει στο τραπέζι με τον βασιλιά κι όλους τους αυλικούς κι έτρωγε από το χρυσό της πιατάκι. Ξαφνικά, πλιτς πλατς, πλιτς πλατς, κάτι ανέβηκε σερνάμενο τη μαρμάρινη σκάλα, κι όταν έφτασε επάνω, χτύπησε την πόρτα και φώναξε: «Μικρή βασιλοπούλα, άνοιξέ μου.» Εκείνη έτρεξε να δει ποιος ήταν απέξω, μα όταν άνοιξε, μπροστά στην πόρτα καθόταν ο βάτραχος. Αμέσως έκλεισε την πόρτα με δύναμη, ξανακάθισε στο τραπέζι, και φοβόταν πάρα πολύ.

Ο βασιλιάς είδε καλά πως η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, και είπε: «Παιδί μου, τι φοβάσαι; Μήπως στέκεται κανένας γίγαντας έξω από την πόρτα και θέλει να σε πάρει;» «Αχ, όχι», απάντησε εκείνη, «δεν είναι γίγαντας, είναι ένας άσχημος βάτραχος.» «Και τι θέλει ο βάτραχος από σένα;» «Αχ, καλέ μου πατέρα, χθες, που καθόμουν στο δάσος δίπλα στο πηγάδι κι έπαιζα, μου έπεσε η χρυσή μπάλα μέσα στο νερό. Κι επειδή έκλαιγα τόσο, ο βάτραχος μου την έφερε πίσω, κι επειδή το ζητούσε επίμονα, του υποσχέθηκα να γίνει σύντροφός μου. Ποτέ όμως δεν φαντάστηκα πως θα μπορούσε να βγει από το νερό του. Και τώρα είναι απέξω και θέλει να έρθει μέσα κοντά μου.»

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε η πόρτα για δεύτερη φορά, κι ακούστηκε μια φωνή: «Μικρή βασιλοπούλα, άνοιξέ μου! Δεν θυμάσαι τι μου είπες χθες, δίπλα στο δροσερό νερό του πηγαδιού; Μικρή βασιλοπούλα, άνοιξέ μου!»

Τότε ο βασιλιάς είπε: «Αυτό που υποσχέθηκες, πρέπει και να το κρατήσεις. Άντε, πήγαινε να του ανοίξεις.» Εκείνη πήγε κι άνοιξε την πόρτα. Ο βάτραχος μπήκε πηδηχτά μέσα και την ακολουθούσε κατά πόδας ως την καρέκλα της. Εκεί κάθισε και φώναξε: «Σήκωσέ με επάνω, κοντά σου.» Εκείνη δίσταζε, ώσπου στο τέλος το πρόσταξε ο βασιλιάς. Μόλις ο βάτραχος βρέθηκε πάνω στην καρέκλα, θέλησε να ανέβει στο τραπέζι, κι όταν κάθισε εκεί, είπε: «Τώρα σπρώξε πιο κοντά μου το χρυσό σου πιατάκι, για να φάμε μαζί.» Εκείνη το έκανε βέβαια, όμως φαινόταν καθαρά πως δεν το έκανε με την καρδιά της. Ο βάτραχος έτρωγε με όρεξη, σε εκείνη όμως σχεδόν κάθε μπουκιά κολλούσε στον λαιμό.

Στο τέλος είπε: «Έφαγα και χόρτασα, και κουράστηκα. Τώρα πάρε με στο δωματιάκι σου και στρώσε το μεταξωτό σου κρεβατάκι, να ξαπλώσουμε να κοιμηθούμε.» Η βασιλοπούλα άρχισε να κλαίει. Φοβόταν τον κρύο βάτραχο, που δεν τολμούσε ούτε να τον αγγίξει, κι εκείνος τώρα θα κοιμόταν στο όμορφο, καθαρό κρεβατάκι της. Ο βασιλιάς όμως θύμωσε και είπε: «Όποιος σε βοήθησε όταν ήσουν σε ανάγκη, δεν πρέπει ύστερα να τον περιφρονείς.»

Έτσι τον έπιασε με δύο δάχτυλα, τον ανέβασε επάνω και τον άφησε σε μια γωνία. Όταν όμως ξάπλωσε στο κρεβάτι της, εκείνος ήρθε σερνάμενος και είπε: «Κουράστηκα, θέλω κι εγώ να κοιμηθώ τόσο καλά όσο εσύ. Σήκωσέ με επάνω, αλλιώς θα το πω στον πατέρα σου.» Τότε εκείνη θύμωσε για τα καλά, τον σήκωσε, τον πέταξε με όλη της τη δύναμη στον τοίχο και φώναξε: «Τώρα θα ησυχάσεις, άσχημε βάτραχε!»

Όταν όμως έπεσε κάτω, δεν ήταν πια βάτραχος, αλλά ένα βασιλόπουλο με όμορφα, καλοσυνάτα μάτια. Κι αυτός, όπως το ήθελε κι ο πατέρας της, έγινε τώρα ο αγαπημένος της σύντροφος κι ο γαμπρός της. Της διηγήθηκε πως τον είχε μαγέψει μια κακιά μάγισσα, και πως κανείς δεν μπορούσε να τον σώσει από το πηγάδι παρά μόνο εκείνη, και πως αύριο θα πήγαιναν μαζί στο βασίλειό του. Ύστερα αποκοιμήθηκαν.

Το άλλο πρωί, όταν τους ξύπνησε ο ήλιος, ήρθε μια άμαξα, ζεμένη με οχτώ άσπρα άλογα, που είχαν άσπρα φτερά στρουθοκαμήλου στο κεφάλι και χρυσές αλυσίδες για χαλινάρια. Πίσω στην άμαξα στεκόταν ο υπηρέτης του νεαρού βασιλιά, ο πιστός Ερρίκος. Ο πιστός Ερρίκος είχε λυπηθεί τόσο πολύ όταν ο κύριός του μεταμορφώθηκε σε βάτραχο, που είχε βάλει να του περάσουν τρία σιδερένια στεφάνια γύρω από την καρδιά, για να μη σπάσει από τον πόνο και τη θλίψη.

Η άμαξα είχε έρθει για να πάρει τον νεαρό βασιλιά στο βασίλειό του. Ο πιστός Ερρίκος τους βοήθησε να ανέβουν και τους δύο, στάθηκε πάλι πίσω, και ήταν γεμάτος χαρά που ο κύριός του είχε σωθεί. Κι όταν είχαν προχωρήσει λίγο στον δρόμο, το βασιλόπουλο άκουσε πίσω του έναν δυνατό κρότο, σαν να είχε σπάσει κάτι. Γύρισε τότε και φώναξε: «Ερρίκο, σπάει η άμαξα!» «Όχι, κύριέ μου, δεν σπάει η άμαξα. Είναι ένα στεφάνι από την καρδιά μου, που πονούσε τόσο πολύ, όσο ήσασταν μέσα στο πηγάδι, όσο ήσασταν βάτραχος.»

Και ξανά, και ξανά ακούστηκε κρότος στον δρόμο, και το βασιλόπουλο νόμιζε κάθε φορά πως έσπαγε η άμαξα. Μα ήταν μόνο τα στεφάνια που πετάγονταν από την καρδιά του πιστού Ερρίκου, γιατί ο κύριός του είχε λυθεί από τα μάγια κι ήταν ευτυχισμένος.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.