Ένας μικρός πράσινος βάτραχος στην όχθη μιας λιμνούλας μιλάει με τη βασίλισσα Η θυμωμένη δέκατη τρίτη νεράιδα μπαίνει στη στολισμένη αίθουσα της γιορτής Στο δωματιάκι του πύργου η βασιλοπούλα κοιτάζει με περιέργεια μια γριά που γνέθει με το αδράχτι Στην κουζίνα του παλατιού κοιμούνται ο μάγειρας, το μαγειρόπουλο, μια γάτα και τα περιστέρια στο παράθυρο Το βασιλόπουλο περνά μέσα από τον αγκαθωτό φράχτη, που ανθίζει κι ανοίγει μπροστά του Η Ωραία Κοιμωμένη και το βασιλόπουλο κατεβαίνουν τη σκάλα, κι όλο το παλάτι ξυπνά και χαίρεται

Η Ωραία Κοιμωμένη

Ο βάτραχος φέρνει τα νέα · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−9:47

Στη μεγάλη γιορτή για τη μικρή βασιλοπούλα λείπει ένα χρυσό πιάτο, κι η δέκατη τρίτη νεράιδα ρίχνει μια κατάρα που βυθίζει όλο το παλάτι σε έναν μακρύ, μαγικό ύπνο. Το τρυφερό παραμύθι των αδελφών Γκριμ για τον φράχτη με τα αγκάθια και τα λουλούδια που ανοίγουν την κατάλληλη στιγμή, μεταφρασμένο από το γερμανικό πρωτότυπο.

Αδελφοί Γκριμ · 10 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Η Ωραία Κοιμωμένη: το κείμενο του παραμυθιού

Αδελφοί Γκριμ (1857). Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο «Dornröschen».

Πριν από πολλά πολλά χρόνια ζούσαν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που έλεγαν κάθε μέρα: «Αχ, μακάρι να είχαμε ένα παιδί!», μα παιδί δεν ερχόταν ποτέ. Κάποτε λοιπόν, εκεί που η βασίλισσα έκανε το μπάνιο της, ένας βάτραχος βγήκε από το νερό, σύρθηκε στη στεριά και της είπε: «Η ευχή σου θα πραγματοποιηθεί. Πριν περάσει ένας χρόνος, θα φέρεις στον κόσμο μια κόρη.» Αυτό που είπε ο βάτραχος έγινε, και η βασίλισσα γέννησε ένα κοριτσάκι τόσο όμορφο, που ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να κάνει από τη χαρά του, κι έστησε μια μεγάλη γιορτή.

Δεν κάλεσε μόνο τους συγγενείς, τους φίλους και τους γνωστούς του, αλλά και τις σοφές νεράιδες, για να αγαπήσουν το παιδί και να του φερθούν καλά. Στο βασίλειό του ήταν δεκατρείς. Επειδή όμως είχε μόνο δώδεκα χρυσά πιάτα για να φάνε, μία από αυτές έπρεπε να μείνει στο σπίτι της. Η γιορτή έγινε με μεγάλη λαμπρότητα, κι όταν τελείωνε, οι σοφές νεράιδες χάρισαν στο παιδί τα θαυμαστά τους δώρα: η μία την καλοσύνη, η άλλη την ομορφιά, η τρίτη τον πλούτο, κι έτσι όλα όσα μπορεί να ευχηθεί κανείς σε αυτόν τον κόσμο.

Μόλις οι έντεκα είχαν πει τις ευχές τους, μπήκε ξαφνικά μέσα η δέκατη τρίτη. Ήθελε να εκδικηθεί που δεν την είχαν καλέσει, και χωρίς να χαιρετήσει κανέναν ή έστω να κοιτάξει κανέναν, φώναξε με δυνατή φωνή: «Η βασιλοπούλα, όταν γίνει δεκαπέντε χρονών, θα τρυπηθεί με ένα αδράχτι και θα πέσει νεκρή!» Και χωρίς να πει άλλη λέξη, γύρισε κι έφυγε από την αίθουσα. Όλοι τρόμαξαν. Τότε προχώρησε μπροστά η δωδέκατη, που δεν είχε πει ακόμα τη δική της ευχή. Κι επειδή δεν μπορούσε να σβήσει την κακή κατάρα, αλλά μόνο να την κάνει πιο ελαφριά, είπε: «Η βασιλοπούλα όμως δεν θα πεθάνει. Θα πέσει σε έναν βαθύ ύπνο, που θα κρατήσει εκατό χρόνια.»

Ο βασιλιάς, που ήθελε να φυλάξει το αγαπημένο του παιδί από τη δυστυχία, έβγαλε διαταγή να καούν όλα τα αδράχτια σε όλο το βασίλειο. Στο κορίτσι όμως πραγματοποιήθηκαν όλα τα δώρα των σοφών νεράιδων, γιατί ήταν τόσο όμορφο, σεμνό, καλόκαρδο και γνωστικό, που όποιος το κοίταζε, δεν μπορούσε παρά να το αγαπήσει.

Έτυχε λοιπόν, την ημέρα που το κορίτσι έγινε ακριβώς δεκαπέντε χρονών, ο βασιλιάς και η βασίλισσα να μην είναι στο σπίτι, και το κορίτσι έμεινε ολομόναχο στο παλάτι. Γύριζε παντού και κοίταζε δωμάτια και κάμαρες, όπως της άρεσε, ώσπου έφτασε και σε έναν παλιό πύργο. Ανέβηκε τη στενή, στριφογυριστή σκάλα κι έφτασε σε μια μικρή πόρτα. Στην κλειδαριά ήταν χωμένο ένα σκουριασμένο κλειδί, κι όταν το γύρισε, η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και μέσα σε ένα μικρό δωματιάκι καθόταν μια γριά με ένα αδράχτι κι έγνεθε ακούραστα το λινάρι της.

«Καλημέρα, γιαγιούλα», είπε η βασιλοπούλα, «τι κάνεις εκεί;» «Γνέθω», είπε η γριά και κούνησε το κεφάλι της. «Τι πράγμα είναι αυτό που χοροπηδάει τόσο χαρούμενα;» είπε το κορίτσι, πήρε το αδράχτι και θέλησε να γνέσει κι εκείνη. Μόλις όμως άγγιξε το αδράχτι, η κατάρα βγήκε αληθινή, και τρύπησε με αυτό το δάχτυλό της.

Την ίδια στιγμή που ένιωσε το τσίμπημα, έπεσε πάνω στο κρεβάτι που βρισκόταν εκεί, και βυθίστηκε σε βαθύ ύπνο. Κι αυτός ο ύπνος απλώθηκε σε όλο το παλάτι. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα, που μόλις είχαν γυρίσει και είχαν μπει στη μεγάλη αίθουσα, άρχισαν να αποκοιμιούνται, κι όλοι οι άνθρωποι του παλατιού μαζί τους. Αποκοιμήθηκαν και τα άλογα στον στάβλο, τα σκυλιά στην αυλή, τα περιστέρια στη στέγη, οι μύγες στον τοίχο. Ακόμα και η φωτιά που τρεμόπαιζε στο τζάκι ησύχασε κι αποκοιμήθηκε, το ψητό σταμάτησε να τσιτσιρίζει, κι ο μάγειρας, που ήθελε να τραβήξει από τα μαλλιά το μαγειρόπουλο, επειδή είχε κάνει κάποια ζημιά, το άφησε κι αποκοιμήθηκε. Κι ο άνεμος κόπασε, και στα δέντρα μπροστά στο παλάτι δεν σάλευε πια ούτε ένα φυλλαράκι.

Γύρω από το παλάτι όμως άρχισε να φυτρώνει ένας φράχτης από αγκάθια, που κάθε χρόνο ψήλωνε όλο και πιο πολύ, ώσπου στο τέλος τύλιξε ολόκληρο το παλάτι και το ξεπέρασε, έτσι που δεν φαινόταν πια τίποτα από αυτό, ούτε καν η σημαία στη στέγη. Στη χώρα όμως άρχισαν να λένε την ιστορία της όμορφης βασιλοπούλας που κοιμόταν, της Ωραίας Κοιμωμένης, γιατί έτσι την ονόμαζαν, κι έτσι κάθε τόσο έρχονταν βασιλόπουλα και προσπαθούσαν να περάσουν μέσα από τον φράχτη για να μπουν στο παλάτι. Όμως δεν τα κατάφερναν, γιατί τα αγκάθια κρατιόνταν σφιχτά μεταξύ τους, σαν να είχαν χέρια, και οι νέοι πιάνονταν μέσα τους, δεν μπορούσαν να ξεμπλέξουν, και πέθαιναν εκεί, οι καημένοι.

Ύστερα από πολλά, πάρα πολλά χρόνια, ήρθε ξανά ένα βασιλόπουλο σε εκείνη τη χώρα, κι άκουσε έναν γέρο να μιλάει για τον αγκαθωτό φράχτη. Έλεγε πως πίσω του υπήρχε ένα παλάτι, όπου μια πανέμορφη βασιλοπούλα, που την έλεγαν Ωραία Κοιμωμένη, κοιμόταν εδώ κι εκατό χρόνια, και μαζί της κοιμόνταν ο βασιλιάς, η βασίλισσα κι όλοι οι άνθρωποι του παλατιού. Το βασιλόπουλο ήξερε επίσης από τον παππού του πως είχαν έρθει ήδη πολλά βασιλόπουλα και είχαν προσπαθήσει να περάσουν μέσα από τα αγκάθια, μα είχαν πιαστεί εκεί κι είχαν βρει θλιβερό τέλος. Τότε ο νέος είπε: «Εγώ δεν φοβάμαι. Θα πάω να δω την Ωραία Κοιμωμένη.» Όσο κι αν προσπάθησε ο καλός γέροντας να του αλλάξει γνώμη, εκείνος δεν άκουγε τα λόγια του.

Τώρα όμως είχαν μόλις περάσει τα εκατό χρόνια, κι είχε φτάσει η μέρα που η Ωραία Κοιμωμένη θα ξυπνούσε. Όταν το βασιλόπουλο πλησίασε τον αγκαθωτό φράχτη, δεν βρήκε παρά μόνο μεγάλα, όμορφα λουλούδια, που άνοιξαν μόνα τους και τον άφησαν να περάσει χωρίς ούτε μια γρατζουνιά, και πίσω του έκλεισαν ξανά κι έγιναν πάλι φράχτης. Στην αυλή του παλατιού είδε τα άλογα και τα παρδαλά κυνηγόσκυλα ξαπλωμένα να κοιμούνται, και πάνω στη στέγη κάθονταν τα περιστέρια με το κεφαλάκι χωμένο κάτω από τη φτερούγα. Κι όταν μπήκε μέσα, οι μύγες κοιμούνταν στον τοίχο, ο μάγειρας στην κουζίνα κρατούσε ακόμα το χέρι του σαν να ήθελε να αρπάξει το μαγειρόπουλο, κι η υπηρέτρια καθόταν μπροστά στη μαύρη κότα που έπρεπε να μαδήσει.

Προχώρησε λοιπόν πιο πέρα, και στη μεγάλη αίθουσα είδε όλους τους ανθρώπους του παλατιού ξαπλωμένους να κοιμούνται, κι εκεί ψηλά, δίπλα στον θρόνο, ήταν ξαπλωμένοι ο βασιλιάς και η βασίλισσα. Προχώρησε ακόμα πιο πέρα, κι όλα ήταν τόσο ήσυχα, που άκουγε την ίδια του την ανάσα, ώσπου στο τέλος έφτασε στον πύργο κι άνοιξε την πόρτα του μικρού δωματίου όπου κοιμόταν η Ωραία Κοιμωμένη. Ήταν ξαπλωμένη εκεί, τόσο όμορφη, που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της, κι έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί. Μόλις την άγγιξε με το φιλί, η Ωραία Κοιμωμένη άνοιξε τα μάτια της, ξύπνησε και τον κοίταξε με πολλή γλύκα.

Κατέβηκαν λοιπόν μαζί, και ξύπνησε ο βασιλιάς, ξύπνησε κι η βασίλισσα, κι όλοι οι άνθρωποι του παλατιού, και κοιτάζονταν μεταξύ τους με γουρλωμένα μάτια. Τα άλογα στην αυλή σηκώθηκαν και τινάχτηκαν, τα κυνηγόσκυλα πετάχτηκαν πάνω και κούνησαν τις ουρές τους, τα περιστέρια στη στέγη έβγαλαν το κεφαλάκι τους μέσα από τη φτερούγα, κοίταξαν γύρω τους και πέταξαν στα χωράφια. Οι μύγες στους τοίχους συνέχισαν να περπατούν, η φωτιά στην κουζίνα φούντωσε, τρεμόπαιξε κι άρχισε να μαγειρεύει το φαγητό, το ψητό άρχισε ξανά να τσιτσιρίζει, κι ο μάγειρας έδωσε στο μαγειρόπουλο ένα χαστούκι, τόσο που εκείνο έβαλε τις φωνές, κι η υπηρέτρια τελείωσε το μάδημα της κότας. Κι ύστερα έγινε με μεγάλη λαμπρότητα ο γάμος του βασιλόπουλου με την Ωραία Κοιμωμένη, κι έζησαν ευτυχισμένοι ως το τέλος της ζωής τους.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.