Η βασίλισσα ράβει δίπλα σε ένα παράθυρο με μαύρο πλαίσιο, κι έξω πέφτει σιγανά το χιόνι Η Χιονάτη κοιτάζει με θαυμασμό το τραπεζάκι με τα εφτά πιατάκια και τα εφτά κρεβατάκια Εφτά νάνοι με κεράκια σκύβουν πάνω από το κρεβατάκι όπου κοιμάται η Χιονάτη Η βασίλισσα, μεταμφιεσμένη σε γριά γυρολόγα, δείχνει στη Χιονάτη πολύχρωμα κορδόνια στο παράθυρο Μια χωριάτισσα δίνει στη Χιονάτη ένα όμορφο κόκκινο μήλο από το παράθυρο του σπιτιού Η Χιονάτη ξυπνά μέσα στο γυάλινο φέρετρο, και το βασιλόπουλο και οι νάνοι χαίρονται

Η Χιονάτη

Χιόνι στο παράθυρο · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−22:52

Για τους γονείς: Στο πρωτότυπο των αδελφών Γκριμ η βασίλισσα ζητά από τον κυνηγό τα πνευμόνια και το συκώτι της Χιονάτης και τρώει αυτά που της φέρνει εκείνος, και στο τέλος πρέπει να χορέψει με πυρωμένα σιδερένια παπούτσια, ώσπου πέφτει νεκρή. Στην πιο ήπια εκδοχή ζητά μόνο την καρδιά της, και στο τέλος φεύγει τρέχοντας και κανείς δεν την ξαναβλέπει.

Ένα κορίτσι άσπρο σαν το χιόνι ξεφεύγει από τη ζηλιάρα βασίλισσα και τον μαγικό της καθρέφτη, και βρίσκει σπίτι κοντά στους εφτά καλούς νάνους στα βουνά. Ένα από τα πιο όμορφα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, μεταφρασμένο από το γερμανικό πρωτότυπο.

Αδελφοί Γκριμ · 23 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Η Χιονάτη: το κείμενο του παραμυθιού

Αδελφοί Γκριμ (1857). Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο «Sneewittchen».

Μια φορά κι έναν καιρό, καταμεσής του χειμώνα, οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν σαν πούπουλα από τον ουρανό. Τότε μια βασίλισσα καθόταν σε ένα παράθυρο με πλαίσιο από μαύρο έβενο, και έραβε. Κι όπως έραβε και σήκωνε τα μάτια της να κοιτάξει το χιόνι, τρύπησε το δάχτυλό της με τη βελόνα, και τρεις σταγόνες αίμα έπεσαν στο χιόνι. Και επειδή το κόκκινο φαινόταν τόσο όμορφο πάνω στο άσπρο χιόνι, σκέφτηκε μέσα της: «Μακάρι να είχα ένα παιδί άσπρο σαν το χιόνι, κόκκινο σαν το αίμα και μαύρο σαν το ξύλο αυτού του πλαισίου!»

Λίγο αργότερα απέκτησε μια κορούλα, που ήταν άσπρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα και με μαλλιά μαύρα σαν τον έβενο, κι έτσι την ονόμασαν Χιονάτη. Μόλις όμως γεννήθηκε το παιδί, η βασίλισσα πέθανε.

Ύστερα από έναν χρόνο, ο βασιλιάς πήρε άλλη γυναίκα. Ήταν μια όμορφη κυρία, αλλά περήφανη και ακατάδεχτη, και δεν άντεχε να την ξεπερνά κανείς στην ομορφιά. Είχε έναν μαγικό καθρέφτη, κι όταν στεκόταν μπροστά του και καμάρωνε τον εαυτό της, έλεγε: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου στον τοίχο, ποια είναι η πιο όμορφη σε όλη τη χώρα;» Κι ο καθρέφτης απαντούσε: «Βασίλισσά μου, εσείς είστε η πιο όμορφη στη χώρα.» Τότε ήταν ευχαριστημένη, γιατί ήξερε πως ο καθρέφτης έλεγε την αλήθεια.

Η Χιονάτη όμως μεγάλωνε κι όλο ομόρφαινε, κι όταν έγινε εφτά χρονών, ήταν όμορφη σαν τη φωτεινή μέρα, και πιο όμορφη κι από την ίδια τη βασίλισσα. Κάποια μέρα, λοιπόν, που η βασίλισσα ρώτησε τον καθρέφτη της: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου στον τοίχο, ποια είναι η πιο όμορφη σε όλη τη χώρα;», εκείνος απάντησε: «Βασίλισσά μου, εσείς είστε η πιο όμορφη εδώ, μα η Χιονάτη είναι χίλιες φορές πιο όμορφη από εσάς.»

Τότε η βασίλισσα τρόμαξε, και κιτρίνισε και πρασίνισε από τη ζήλια. Από εκείνη την ώρα, κάθε φορά που έβλεπε τη Χιονάτη, η καρδιά της αναποδογύριζε μέσα στο στήθος της, τόσο πολύ μισούσε το κορίτσι. Και η ζήλια και η περηφάνια φύτρωναν σαν αγριόχορτα μέσα στην καρδιά της, όλο και πιο ψηλά, ώσπου δεν έβρισκε πια ησυχία ούτε μέρα ούτε νύχτα. Τότε φώναξε έναν κυνηγό και του είπε: «Πάρε το παιδί έξω στο δάσος, δεν θέλω να το βλέπουν πια τα μάτια μου. Θα το σκοτώσεις, και θα μου φέρεις την καρδιά του για απόδειξη.»

Ο κυνηγός υπάκουσε και την πήρε μαζί του στο δάσος. Μα όταν τράβηξε το μαχαίρι του κι ήταν έτοιμος να τρυπήσει την αθώα καρδιά της Χιονάτης, εκείνη άρχισε να κλαίει και είπε: «Αχ, καλέ μου κυνηγέ, άφησέ με να ζήσω. Θα τρέξω μέσα στο άγριο δάσος και δεν θα ξαναγυρίσω ποτέ πια στο σπίτι.» Κι επειδή ήταν τόσο όμορφη, ο κυνηγός τη λυπήθηκε και είπε: «Τρέξε, λοιπόν, καημένο παιδί.» «Τα άγρια θηρία θα σε φάνε σύντομα», σκέφτηκε, κι όμως ένιωσε σαν να σηκώθηκε μια πέτρα από την καρδιά του, επειδή δεν χρειάστηκε να τη σκοτώσει. Και καθώς εκείνη τη στιγμή περνούσε πηδώντας ένα μικρό αγριογούρουνο, το έπιασε και πήγε στη βασίλισσα την καρδιά του για απόδειξη. Κι η κακιά γυναίκα πίστεψε πως η Χιονάτη δεν ζούσε πια.

Τώρα το καημένο το παιδί ήταν ολομόναχο μέσα στο μεγάλο δάσος, και φοβόταν τόσο πολύ, που κοίταζε όλα τα φύλλα στα δέντρα και δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε άρχισε να τρέχει, κι έτρεχε πάνω σε μυτερές πέτρες και μέσα από αγκάθια, και τα άγρια θηρία πηδούσαν δίπλα της, μα δεν της έκαναν κανένα κακό. Έτρεχε όσο την κρατούσαν τα πόδια της, κι όταν κόντευε πια να βραδιάσει, είδε ένα μικρό σπιτάκι και μπήκε μέσα να ξεκουραστεί.

Μέσα στο σπιτάκι όλα ήταν μικρά, αλλά τόσο χαριτωμένα και καθαρά, που δεν λέγεται. Εκεί ήταν ένα τραπεζάκι στρωμένο με άσπρο τραπεζομάντιλο, με εφτά μικρά πιατάκια, και δίπλα σε κάθε πιατάκι το κουταλάκι του, κι ακόμα εφτά μαχαιράκια και πιρουνάκια, κι εφτά κυπελάκια. Στον τοίχο ήταν στημένα εφτά κρεβατάκια, το ένα δίπλα στο άλλο, στρωμένα με κάτασπρα σεντόνια. Η Χιονάτη πεινούσε και διψούσε τόσο πολύ, που έφαγε από κάθε πιατάκι λίγα λαχανικά και λίγο ψωμί, και ήπιε από κάθε κυπελάκι μια σταγόνα κρασί, γιατί δεν ήθελε να τα πάρει όλα από έναν μόνο. Ύστερα, επειδή ήταν τόσο κουρασμένη, ξάπλωσε σε ένα κρεβατάκι, αλλά κανένα δεν της ταίριαζε. Το ένα ήταν πολύ μακρύ, το άλλο πολύ κοντό, ώσπου στο τέλος το έβδομο ήταν ακριβώς όπως έπρεπε. Εκεί έμεινε ξαπλωμένη, είπε την προσευχή της στον καλό Θεό κι αποκοιμήθηκε.

Όταν πια είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, γύρισαν οι νοικοκύρηδες του σπιτιού. Ήταν οι εφτά νάνοι, που έσκαβαν μέσα στα βουνά για να βγάλουν μέταλλα. Άναψαν τα εφτά κεράκια τους, κι όταν φώτισε το σπιτάκι, είδαν πως κάποιος είχε μπει, γιατί δεν ήταν όλα στη θέση τους, όπως τα είχαν αφήσει.

Ο πρώτος είπε: «Ποιος κάθισε στο καρεκλάκι μου;» Ο δεύτερος: «Ποιος έφαγε από το πιατάκι μου;» Ο τρίτος: «Ποιος πήρε από το ψωμάκι μου;» Ο τέταρτος: «Ποιος δοκίμασε από τα λαχανικά μου;» Ο πέμπτος: «Ποιος τσίμπησε με το πιρουνάκι μου;» Ο έκτος: «Ποιος έκοψε με το μαχαιράκι μου;» Ο έβδομος: «Ποιος ήπιε από το κυπελάκι μου;»

Ύστερα ο πρώτος κοίταξε γύρω του και είδε πως στο κρεβάτι του υπήρχε ένα μικρό βαθούλωμα, κι είπε: «Ποιος πάτησε στο κρεβατάκι μου;» Οι άλλοι ήρθαν τρέχοντας και φώναξαν: «Και στο δικό μου ξάπλωσε κάποιος.» Ο έβδομος όμως, όταν κοίταξε στο κρεβάτι του, είδε τη Χιονάτη, που ήταν ξαπλωμένη εκεί και κοιμόταν. Φώναξε τότε τους άλλους, κι εκείνοι ήρθαν τρέχοντας κι έβαλαν τις φωνές από την έκπληξη. Έφεραν τα εφτά κεράκια τους και φώτισαν τη Χιονάτη. «Θεέ μου! Θεέ μου!» φώναξαν. «Τι όμορφο παιδί!» Και χάρηκαν τόσο πολύ, που δεν την ξύπνησαν, αλλά την άφησαν να κοιμάται στο κρεβατάκι. Ο έβδομος νάνος όμως κοιμήθηκε με τους συντρόφους του, από μία ώρα με τον καθένα, κι έτσι πέρασε η νύχτα.

Όταν ξημέρωσε, η Χιονάτη ξύπνησε, κι όταν είδε τους εφτά νάνους, τρόμαξε. Εκείνοι όμως ήταν καλοσυνάτοι και τη ρώτησαν: «Πώς σε λένε;» «Με λένε Χιονάτη», απάντησε. «Και πώς ήρθες στο σπίτι μας;» ρώτησαν πάλι οι νάνοι. Τότε τους διηγήθηκε πως η μητριά της ήθελε να τη σκοτώσουν, αλλά ο κυνηγός της χάρισε τη ζωή, κι ύστερα εκείνη έτρεχε όλη μέρα, ώσπου στο τέλος βρήκε το σπιτάκι τους.

Οι νάνοι είπαν: «Αν θέλεις να φροντίζεις το σπίτι μας, να μαγειρεύεις, να στρώνεις τα κρεβάτια, να πλένεις, να ράβεις και να πλέκεις, κι αν τα κρατάς όλα τακτικά και καθαρά, μπορείς να μείνεις μαζί μας, και δεν θα σου λείψει τίποτα.» «Ναι», είπε η Χιονάτη, «με όλη μου την καρδιά», κι έμεινε μαζί τους. Τους κρατούσε το σπίτι σε τάξη. Το πρωί οι νάνοι πήγαιναν στα βουνά κι έψαχναν μέταλλα και χρυσάφι, το βράδυ γύριζαν, και τότε έπρεπε να είναι έτοιμο το φαγητό τους. Όλη τη μέρα το κορίτσι έμενε μόνο του, κι έτσι οι καλοί νάνοι την προειδοποίησαν: «Πρόσεχε τη μητριά σου, σύντομα θα μάθει πως είσαι εδώ. Μην αφήσεις κανέναν να μπει μέσα.»

Η βασίλισσα όμως, που πίστευε πως η Χιονάτη δεν ζούσε πια, δεν είχε καμιά αμφιβολία πως ήταν πάλι η πρώτη και η πιο όμορφη από όλες. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της και είπε: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου στον τοίχο, ποια είναι η πιο όμορφη σε όλη τη χώρα;» Κι ο καθρέφτης απάντησε: «Βασίλισσά μου, εσείς είστε η πιο όμορφη εδώ, μα η Χιονάτη, πέρα από τα βουνά, με τους εφτά νάνους, είναι ακόμα χίλιες φορές πιο όμορφη από εσάς.»

Τότε τρόμαξε, γιατί ήξερε πως ο καθρέφτης δεν έλεγε ψέματα, και κατάλαβε πως ο κυνηγός την είχε ξεγελάσει και πως η Χιονάτη ήταν ακόμα ζωντανή. Κι έτσι άρχισε πάλι να σκέφτεται και να ξανασκέφτεται πώς θα τη σκότωνε, γιατί όσο δεν ήταν εκείνη η πιο όμορφη σε όλη τη χώρα, η ζήλια δεν την άφηνε σε ησυχία. Κι όταν στο τέλος σκαρφίστηκε κάτι, έβαψε το πρόσωπό της και ντύθηκε σαν γριά γυρολόγα, έτσι που δεν μπορούσε πια κανείς να την αναγνωρίσει. Μεταμφιεσμένη έτσι, πέρασε τα εφτά βουνά και πήγε στους εφτά νάνους, χτύπησε την πόρτα και φώναξε: «Ωραία πράγματα πουλάω! Πουλάω!»

Η Χιονάτη έσκυψε από το παράθυρο και φώναξε: «Καλημέρα, καλή μου κυρία, τι έχετε για πούλημα;» «Καλά πράγματα, ωραία πράγματα», απάντησε εκείνη, «κορδόνια σε όλα τα χρώματα», κι έβγαλε ένα πλεγμένο από πολύχρωμο μετάξι. «Αυτή την καλή γυναίκα μπορώ να την αφήσω να μπει», σκέφτηκε η Χιονάτη, τράβηξε τον σύρτη της πόρτας κι αγόρασε το όμορφο κορδόνι. «Παιδί μου», είπε η γριά, «για δες πώς είσαι ντυμένη! Έλα να σου δέσω το φόρεμα όπως πρέπει.» Η Χιονάτη δεν υποψιάστηκε τίποτα, στάθηκε μπροστά της και την άφησε να της δέσει το φόρεμα με το καινούργιο κορδόνι. Η γριά όμως έδεσε γρήγορα γρήγορα κι έσφιξε τόσο δυνατά, που κόπηκε η ανάσα της Χιονάτης, κι εκείνη έπεσε κάτω σαν νεκρή. «Τώρα πια δεν είσαι εσύ η πιο όμορφη», είπε η γριά κι έφυγε βιαστικά.

Λίγο αργότερα, όταν βράδιασε, γύρισαν στο σπίτι οι εφτά νάνοι. Μα πόσο τρόμαξαν όταν είδαν την αγαπημένη τους Χιονάτη πεσμένη στο πάτωμα! Δεν σάλευε καθόλου, σαν να ήταν νεκρή. Τη σήκωσαν, κι όταν είδαν πως το φόρεμα ήταν δεμένο πολύ σφιχτά, έκοψαν το κορδόνι στα δύο. Τότε άρχισε να ανασαίνει λίγο λίγο, και σιγά σιγά ζωντάνεψε. Όταν οι νάνοι άκουσαν τι είχε γίνει, είπαν: «Η γριά γυρολόγα δεν ήταν άλλη από την κακιά βασίλισσα. Πρόσεχε, και μην αφήσεις κανέναν άνθρωπο να μπει μέσα, όταν δεν είμαστε μαζί σου.»

Η κακιά γυναίκα όμως, μόλις γύρισε στο παλάτι, πήγε μπροστά στον καθρέφτη και ρώτησε: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου στον τοίχο, ποια είναι η πιο όμορφη σε όλη τη χώρα;» Κι εκείνος απάντησε όπως πάντα: «Βασίλισσά μου, εσείς είστε η πιο όμορφη εδώ, μα η Χιονάτη, πέρα από τα βουνά, με τους εφτά νάνους, είναι ακόμα χίλιες φορές πιο όμορφη από εσάς.»

Όταν το άκουσε αυτό, όλο της το αίμα ανέβηκε στην καρδιά, τόσο πολύ τρόμαξε, γιατί κατάλαβε καλά πως η Χιονάτη είχε ζωντανέψει ξανά. «Τώρα όμως», είπε, «θα σκεφτώ κάτι που θα σε καταστρέψει.» Και με τα μάγια που ήξερε, έφτιαξε μια δηλητηριασμένη χτένα. Ύστερα μεταμφιέστηκε και πήρε τη μορφή μιας άλλης γριάς. Έτσι πέρασε τα εφτά βουνά και πήγε στους εφτά νάνους, χτύπησε την πόρτα και φώναξε: «Καλά πράγματα πουλάω! Πουλάω!» Η Χιονάτη κοίταξε έξω και είπε: «Συνεχίστε τον δρόμο σας, δεν μου επιτρέπεται να αφήσω κανέναν να μπει.» «Μια ματιά πάντως σίγουρα μπορείς να ρίξεις», είπε η γριά, έβγαλε τη δηλητηριασμένη χτένα και τη σήκωσε ψηλά.

Η χτένα άρεσε τόσο πολύ στο κορίτσι, που ξεγελάστηκε κι άνοιξε την πόρτα. Όταν συμφώνησαν στην τιμή, η γριά είπε: «Τώρα έλα να σε χτενίσω κι εγώ μια φορά όπως πρέπει.» Η καημένη η Χιονάτη δεν υποψιάστηκε τίποτα κι άφησε τη γριά να τη χτενίσει. Μα μόλις εκείνη έχωσε τη χτένα στα μαλλιά της, το δηλητήριο έπιασε, και το κορίτσι έπεσε κάτω αναίσθητο. «Θαύμα της ομορφιάς», είπε κοροϊδευτικά η κακιά γυναίκα, «τώρα πια τελείωσε για σένα», κι έφυγε.

Ευτυχώς όμως σε λίγο βράδιασε, κι οι εφτά νάνοι γύρισαν στο σπίτι. Όταν είδαν τη Χιονάτη πεσμένη στο πάτωμα σαν νεκρή, υποψιάστηκαν αμέσως τη μητριά. Έψαξαν και βρήκαν τη δηλητηριασμένη χτένα, και μόλις την τράβηξαν από τα μαλλιά της, η Χιονάτη συνήλθε και τους διηγήθηκε τι είχε γίνει. Τότε τη συμβούλεψαν ξανά να φυλάγεται και να μην ανοίγει σε κανέναν την πόρτα.

Η βασίλισσα, στο παλάτι, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και είπε: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου στον τοίχο, ποια είναι η πιο όμορφη σε όλη τη χώρα;» Κι εκείνος απάντησε όπως και πριν: «Βασίλισσά μου, εσείς είστε η πιο όμορφη εδώ, μα η Χιονάτη, πέρα από τα βουνά, με τους εφτά νάνους, είναι ακόμα και τώρα χίλιες φορές πιο όμορφη από εσάς.»

Όταν άκουσε τον καθρέφτη να μιλάει έτσι, άρχισε να τρέμει ολόκληρη από θυμό. «Η Χιονάτη πρέπει να πεθάνει», φώναξε, «ακόμα κι αν μου κοστίσει τη ζωή μου!» Ύστερα πήγε σε μια κρυφή, απόμερη κάμαρη, όπου δεν πήγαινε ποτέ κανείς, κι εκεί έφτιαξε ένα φαρμακερό, φαρμακερό μήλο. Απέξω φαινόταν όμορφο, άσπρο με κόκκινα μάγουλα, τόσο που όποιος το έβλεπε, λαχταρούσε να το φάει. Όποιος όμως έτρωγε μια μπουκίτσα από αυτό, θα πέθαινε.

Όταν το μήλο ήταν έτοιμο, έβαψε το πρόσωπό της, ντύθηκε χωριάτισσα, κι έτσι πέρασε τα εφτά βουνά και πήγε στους εφτά νάνους. Χτύπησε την πόρτα. Η Χιονάτη έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο και είπε: «Δεν μου επιτρέπεται να αφήσω κανέναν να μπει, οι εφτά νάνοι μου το έχουν απαγορεύσει.» «Εμένα δεν με πειράζει», απάντησε η χωριάτισσα, «τα μήλα μου θα τα πουλήσω έτσι κι αλλιώς. Να, ένα θα σου χαρίσω.» «Όχι», είπε η Χιονάτη, «δεν μου επιτρέπεται να πάρω τίποτα.» «Μήπως φοβάσαι πως έχει φαρμάκι;» είπε η γριά. «Κοίτα, θα κόψω το μήλο στα δύο. Εσύ θα φας το κόκκινο μάγουλο, κι εγώ θα φάω το άσπρο.»

Το μήλο όμως ήταν φτιαγμένο με τόση τέχνη, που μόνο το κόκκινο μάγουλο ήταν φαρμακωμένο. Η Χιονάτη λαχταρούσε το όμορφο μήλο, κι όταν είδε πως η χωριάτισσα έτρωγε από αυτό, δεν μπόρεσε να αντισταθεί άλλο. Άπλωσε έξω το χέρι της και πήρε το φαρμακερό μισό. Μόλις όμως έβαλε μια μπουκιά στο στόμα της, έπεσε κάτω νεκρή. Τότε η βασίλισσα την κοίταξε με άγριο βλέμμα, γέλασε δυνατά και είπε: «Άσπρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα, μαύρη σαν τον έβενο! Αυτή τη φορά οι νάνοι δεν θα μπορέσουν να σε ξυπνήσουν.»

Κι όταν στο παλάτι ρώτησε τον καθρέφτη: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου στον τοίχο, ποια είναι η πιο όμορφη σε όλη τη χώρα;», εκείνος απάντησε επιτέλους: «Βασίλισσά μου, εσείς είστε η πιο όμορφη στη χώρα.» Τότε η ζηλιάρα καρδιά της ησύχασε, όσο μπορεί να ησυχάσει μια ζηλιάρα καρδιά.

Όταν οι νάνοι γύρισαν το βράδυ στο σπίτι, βρήκαν τη Χιονάτη πεσμένη στο πάτωμα. Από το στόμα της δεν έβγαινε πια καμιά ανάσα, κι ήταν νεκρή. Τη σήκωσαν, έψαξαν μήπως βρουν κάτι φαρμακερό, της έλυσαν τα κορδόνια, της χτένισαν τα μαλλιά, την έπλυναν με νερό και κρασί, μα τίποτα δεν βοήθησε. Το αγαπημένο τους παιδί ήταν νεκρό κι έμεινε νεκρό. Την ξάπλωσαν σε ένα φορείο, κάθισαν και οι εφτά γύρω της και την έκλαιγαν, κι έκλαιγαν τρεις μέρες.

Ύστερα ήθελαν να τη θάψουν, όμως εκείνη φαινόταν ακόμα τόσο ροδαλή σαν ζωντανός άνθρωπος, κι είχε ακόμα τα όμορφα κόκκινα μάγουλά της. Είπαν: «Δεν μπορούμε να τη βάλουμε μέσα στη μαύρη γη», κι έβαλαν να φτιάξουν ένα διάφανο γυάλινο φέρετρο, για να μπορεί να τη βλέπει κανείς από όλες τις μεριές. Την ξάπλωσαν μέσα, κι έγραψαν πάνω με χρυσά γράμματα το όνομά της, και πως ήταν βασιλοπούλα. Ύστερα έβγαλαν το φέρετρο έξω στο βουνό, κι ένας από αυτούς έμενε πάντα δίπλα του και το φύλαγε. Και ήρθαν και τα ζώα κι έκλαψαν για τη Χιονάτη, πρώτα μια κουκουβάγια, ύστερα ένα κοράκι και στο τέλος ένα περιστεράκι.

Η Χιονάτη έμεινε πολύ, πάρα πολύ καιρό μέσα στο φέρετρο, κι όμως δεν άλλαξε καθόλου, αλλά έμοιαζε σαν να κοιμόταν, γιατί ήταν ακόμα άσπρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα και με μαλλιά μαύρα σαν τον έβενο. Έτυχε όμως κάποτε ένα βασιλόπουλο να χαθεί μέσα στο δάσος και να φτάσει στο σπίτι των νάνων, για να περάσει εκεί τη νύχτα. Είδε πάνω στο βουνό το φέρετρο, και μέσα την όμορφη Χιονάτη, και διάβασε τι ήταν γραμμένο πάνω του με χρυσά γράμματα.

Τότε είπε στους νάνους: «Δώστε μου το φέρετρο, και θα σας δώσω όσα μου ζητήσετε.» Μα οι νάνοι απάντησαν: «Δεν το δίνουμε ούτε για όλο το χρυσάφι του κόσμου.» Εκείνος όμως είπε: «Τότε χαρίστε το σε μένα, γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να βλέπω τη Χιονάτη. Θα την τιμώ και θα τη φυλάω σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό μου.» Όπως μιλούσε έτσι, οι καλοί νάνοι τον λυπήθηκαν και του έδωσαν το φέρετρο.

Το βασιλόπουλο έβαλε τους υπηρέτες του να σηκώσουν το φέρετρο στους ώμους τους και να το πάρουν μαζί τους. Στον δρόμο όμως σκόνταψαν σε έναν θάμνο, κι από το τράνταγμα πετάχτηκε από τον λαιμό της Χιονάτης το φαρμακερό κομματάκι μήλο που είχε δαγκώσει. Και σε λίγο εκείνη άνοιξε τα μάτια της, σήκωσε το καπάκι του φερέτρου, ανακάθισε, κι ήταν πάλι ζωντανή. «Θεέ μου, πού είμαι;» φώναξε. Το βασιλόπουλο, γεμάτο χαρά, της είπε: «Είσαι μαζί μου», και της διηγήθηκε τι είχε γίνει, κι ύστερα είπε: «Σε αγαπώ πιο πολύ από οτιδήποτε στον κόσμο. Έλα μαζί μου στο παλάτι του πατέρα μου, να γίνεις γυναίκα μου.» Τότε η Χιονάτη τον αγάπησε κι έφυγε μαζί του, κι ο γάμος τους ετοιμάστηκε με μεγάλη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια.

Στη γιορτή όμως κάλεσαν και την κακιά μητριά της Χιονάτης. Όταν φόρεσε τα ωραία της ρούχα, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και είπε: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου στον τοίχο, ποια είναι η πιο όμορφη σε όλη τη χώρα;» Κι ο καθρέφτης απάντησε: «Βασίλισσά μου, εσείς είστε η πιο όμορφη εδώ, μα η νέα βασίλισσα είναι χίλιες φορές πιο όμορφη από εσάς.»

Τότε η κακιά γυναίκα ξεστόμισε μια κατάρα, και την έπιασε τέτοιος φόβος, τέτοιος φόβος, που δεν ήξερε τι να κάνει. Στην αρχή δεν ήθελε καθόλου να πάει στον γάμο, όμως δεν έβρισκε ησυχία, έπρεπε να πάει να δει τη νέα βασίλισσα. Κι όταν μπήκε μέσα, αναγνώρισε τη Χιονάτη, κι από τον φόβο και την τρομάρα έμεινε εκεί ακίνητη και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ύστερα όμως γύρισε, έφυγε τρέχοντας από τη μεγάλη αίθουσα κι έτρεχε κι έτρεχε, μακριά, πολύ μακριά, και κανείς δεν την ξαναείδε ποτέ. Και στη Χιονάτη δεν μπόρεσε ποτέ πια να κάνει κακό.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.