Η Σταχτοπούτα, με φθαρμένο γκρίζο φόρεμα και ποδιά, κάθεται στη γωνιά του τζακιού δίπλα στη στάχτη, ενώ η μητριά της και οι δυο αδελφές της περνούν με ωραία φορέματα και τη μύτη ψηλά Μπροστά σε έναν μεγάλο καθρέφτη η Σταχτοπούτα χτενίζει τη μεγάλη αδελφή με το κόκκινο βελούδινο φόρεμα, ενώ η Ζαβότ θαυμάζει τον μανδύα της με τα χρυσά λουλούδια Στον κήπο η νονά νεράιδα αγγίζει με το ραβδί της μια μεγάλη κολοκύθα που γίνεται χρυσή άμαξα, και η Σταχτοπούτα κοιτάζει μαγεμένη Στη σκάλα του φωταγωγημένου παλατιού ο γιος του βασιλιά δίνει το χέρι στη Σταχτοπούτα, που κατεβαίνει από τη χρυσή άμαξα με φόρεμα από χρυσάφι κι ασήμι Η Σταχτοπούτα τρέχει κάτω στη σκάλα του παλατιού, το ρολόι δείχνει σχεδόν μεσάνυχτα, και ένα γυάλινο γοβάκι έχει μείνει σε ένα σκαλοπάτι Ένας αυλικός γονατιστός δοκιμάζει το γυάλινο γοβάκι στο μικρό πόδι της Σταχτοπούτας, που κάθεται με το γκρίζο της φόρεμα, ενώ οι δυο αδελφές της κοιτάζουν άναυδες

Η Σταχτοπούτα

Στη γωνιά του τζακιού · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−17:02

Η γλυκιά και καλή Σταχτοπούτα περνά τα βράδια της καθισμένη στη στάχτη, όμως όταν ο γιος του βασιλιά δίνει έναν χορό, η νονά της η νεράιδα έχει πολλά μαγικά κόλπα στο ραβδί της. Το παραμύθι του Σαρλ Περό, μεταφρασμένο από το γαλλικό πρωτότυπο.

Σαρλ Περό · 17 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Η Σταχτοπούτα: το κείμενο του παραμυθιού

Σαρλ Περό (1697). Μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο «Cendrillon».

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άρχοντας που παντρεύτηκε για δεύτερη φορά μια γυναίκα, την πιο ψηλομύτα και την πιο περήφανη που είχε δει ποτέ κανείς. Εκείνη είχε δυο κόρες με τον ίδιο χαρακτήρα, που της έμοιαζαν σε όλα. Ο άντρας είχε κι αυτός μια κόρη, μα εκείνη ήταν πιο γλυκιά και πιο καλή από κάθε άλλη. Αυτό το είχε πάρει από τη μητέρα της, που ήταν ο πιο καλός άνθρωπος του κόσμου. Μόλις έγινε ο γάμος, η μητριά έδειξε αμέσως την κακία της. Δεν μπορούσε να υποφέρει τις αρετές αυτού του κοριτσιού, γιατί δίπλα του οι κόρες της φαίνονταν ακόμα πιο αντιπαθητικές.

Της φόρτωσε τις πιο ταπεινές δουλειές του σπιτιού. Εκείνη έπλενε τα πιάτα και σφουγγάριζε τις σκάλες, εκείνη καθάριζε το δωμάτιο της κυρίας και τα δωμάτια των δεσποινίδων, των κορών της. Κοιμόταν στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού, σε μια σοφίτα, πάνω σε ένα φτωχικό στρώμα από άχυρα, ενώ οι αδελφές της είχαν δωμάτια με γυαλιστερά ξύλινα πατώματα, κρεβάτια της τελευταίας μόδας και καθρέφτες όπου έβλεπαν τον εαυτό τους από το κεφάλι ως τα πόδια. Η καημένη η κοπέλα τα υπέφερε όλα με υπομονή και δεν τολμούσε να παραπονεθεί στον πατέρα της, γιατί εκείνος θα τη μάλωνε, αφού η γυναίκα του τον είχε εντελώς στο χέρι.

Όταν τελείωνε τη δουλειά της, πήγαινε στη γωνιά του τζακιού και καθόταν μέσα στη στάχτη, κι έτσι μέσα στο σπίτι όλοι τη φώναζαν Σταχτομούρα. Η μικρότερη αδελφή όμως, που δεν ήταν τόσο αγενής όσο η μεγαλύτερη, τη φώναζε Σταχτοπούτα. Κι όμως η Σταχτοπούτα, με τα φτωχικά της ρούχα, ήταν εκατό φορές πιο όμορφη από τις αδελφές της, παρόλο που εκείνες ήταν ντυμένες με τα πιο ακριβά ρούχα.

Κάποτε ο γιος του βασιλιά έδωσε έναν χορό και κάλεσε όλους τους αρχοντικούς ανθρώπους. Κάλεσε και τις δυο δεσποινίδες μας, γιατί ήταν από τις πιο σπουδαίες κυρίες του τόπου. Να τες λοιπόν, χαρούμενες και πολυάσχολες, να διαλέγουν τα φορέματα και τα χτενίσματα που θα τους πήγαιναν καλύτερα. Καινούργιος μπελάς για τη Σταχτοπούτα, γιατί εκείνη σιδέρωνε τα ρούχα των αδελφών της κι εκείνη έφτιαχνε τις πτυχές στις δαντέλες των μανικιών τους. Δεν μιλούσαν για τίποτε άλλο, παρά μόνο για το τι θα φορούσαν.

«Εγώ», είπε η μεγαλύτερη, «θα βάλω το κόκκινο βελούδινο φόρεμά μου και τις αγγλικές μου δαντέλες.» «Εγώ», είπε η μικρότερη, «θα φορέσω μόνο την απλή μου φούστα. Σε αντάλλαγμα όμως θα βάλω τον μανδύα μου με τα χρυσά λουλούδια και το διαμαντένιο μου περιδέραιο, που δεν είναι και κανένα τιποτένιο πράγμα.» Έστειλαν να φωνάξουν την καλύτερη κομμώτρια για να τους στήσει τις ψηλές δαντελένιες κομμώσεις με τις δυο σειρές, κι αγόρασαν μικρά μαύρα σημαδάκια ομορφιάς για το πρόσωπο από την καλύτερη τεχνίτρια. Φώναξαν τη Σταχτοπούτα για να ρωτήσουν τη γνώμη της, γιατί είχε καλό γούστο. Η Σταχτοπούτα τις συμβούλεψε όσο καλύτερα γινόταν και προσφέρθηκε μάλιστα να τις χτενίσει, κι εκείνες το δέχτηκαν πρόθυμα.

Ενώ τις χτένιζε, εκείνες της έλεγαν: «Σταχτοπούτα, θα σου άρεσε να πας στον χορό;» «Αχ, δεσποινίδες, με κοροϊδεύετε. Αυτά δεν είναι για μένα.» «Έχεις δίκιο. Θα γελούσε όλος ο κόσμος αν έβλεπε μια Σταχτομούρα να πηγαίνει στον χορό.» Μια άλλη στη θέση της Σταχτοπούτας θα τις χτένιζε στραβά. Εκείνη όμως ήταν καλή και τις χτένισε τέλεια. Έμειναν σχεδόν δυο μέρες νηστικές, τόσο ενθουσιασμένες ήταν. Έσπασαν πάνω από δώδεκα κορδόνια του κορσέ, έτσι όπως τα έσφιγγαν για να δείχνει η μέση τους πιο λεπτή, κι όλη την ώρα στέκονταν μπροστά στον καθρέφτη τους.

Επιτέλους ήρθε η μεγάλη μέρα. Οι αδελφές έφυγαν, κι η Σταχτοπούτα τις ακολουθούσε με τα μάτια όσο πιο πολύ μπορούσε. Όταν δεν τις έβλεπε πια, άρχισε να κλαίει. Η νονά της, που τη βρήκε μέσα στα δάκρυα, τη ρώτησε τι είχε. «Θα ήθελα πολύ… θα ήθελα πολύ…» Έκλαιγε τόσο δυνατά, που δεν μπόρεσε να τελειώσει. Η νονά της, που ήταν νεράιδα, της είπε: «Θα ήθελες πολύ να πας στον χορό, έτσι δεν είναι;» «Αχ, ναι», είπε η Σταχτοπούτα αναστενάζοντας. «Ε, λοιπόν, θα είσαι καλό κορίτσι;» είπε η νονά της. «Θα σε στείλω εγώ.»

Την πήρε στο δωμάτιό της και της είπε: «Πήγαινε στον κήπο και φέρε μου μια κολοκύθα.» Η Σταχτοπούτα πήγε αμέσως, έκοψε την πιο ωραία που μπόρεσε να βρει και την έφερε στη νονά της, χωρίς να μπορεί να μαντέψει πώς θα την πήγαινε αυτή η κολοκύθα στον χορό. Η νονά της την άδειασε από μέσα, κι αφού άφησε μόνο τη φλούδα, τη χτύπησε με το μαγικό της ραβδί, κι αμέσως η κολοκύθα έγινε μια ωραία άμαξα, ολόχρυση.

Ύστερα πήγε να κοιτάξει στη φάκα της, όπου βρήκε έξι ποντικάκια, όλα ζωντανά. Είπε στη Σταχτοπούτα να σηκώσει λίγο το πορτάκι της φάκας, και σε κάθε ποντικάκι που έβγαινε, έδινε ένα χτύπημα με το ραβδί της, κι αμέσως το ποντικάκι γινόταν ένα ωραίο άλογο. Κι έτσι η άμαξα απέκτησε έξι υπέροχα άλογα, όλα γκρίζα σαν ποντικάκια, με ανοιχτόχρωμες βούλες. Καθώς η νεράιδα σκεφτόταν από τι θα έφτιαχνε έναν αμαξά, η Σταχτοπούτα είπε: «Θα πάω να δω μήπως έχει πιαστεί κανένας αρουραίος στη φάκα για τους αρουραίους. Θα τον κάνουμε αμαξά.» «Έχεις δίκιο», είπε η νονά της, «πήγαινε να δεις.» Η Σταχτοπούτα της έφερε τη φάκα, όπου ήταν τρεις μεγάλοι αρουραίοι. Η νεράιδα διάλεξε έναν από τους τρεις, γιατί είχε τα πιο φουντωτά γένια, κι όταν τον άγγιξε, έγινε ένας χοντρός αμαξάς με ένα από τα πιο ωραία μουστάκια που είχε δει ποτέ κανείς.

Ύστερα της είπε: «Πήγαινε στον κήπο. Θα βρεις έξι σαύρες πίσω από το ποτιστήρι. Να μου τις φέρεις.» Μόλις τις έφερε, η νονά τις μεταμόρφωσε σε έξι υπηρέτες, που ανέβηκαν αμέσως πίσω στην άμαξα με τις χρυσοκέντητες στολές τους και στέκονταν εκεί κρατημένοι, σαν να μην είχαν κάνει τίποτε άλλο σε όλη τους τη ζωή. Η νεράιδα είπε τότε στη Σταχτοπούτα: «Λοιπόν, να που έχεις όλα όσα χρειάζεσαι για να πας στον χορό. Δεν είσαι ευχαριστημένη;» «Ναι, αλλά θα πάω έτσι, με τα άσχημα ρούχα μου;» Η νονά της απλώς την άγγιξε με το ραβδί της, κι αμέσως τα ρούχα της έγιναν ένα φόρεμα από χρυσό κι ασημένιο ύφασμα, όλο κεντημένο με πολύτιμα πετράδια. Ύστερα της έδωσε ένα ζευγάρι γυάλινα γοβάκια, τα πιο όμορφα του κόσμου.

Όταν στολίστηκε έτσι, ανέβηκε στην άμαξα. Η νονά της όμως της είπε, πάνω από όλα, να μη μείνει πέρα από τα μεσάνυχτα. Την προειδοποίησε πως, αν έμενε στον χορό έστω και μια στιγμή παραπάνω, η άμαξά της θα γινόταν πάλι κολοκύθα, τα άλογα ποντικάκια, οι υπηρέτες σαύρες, και τα παλιά της ρούχα θα γίνονταν ξανά όπως ήταν. Η Σταχτοπούτα υποσχέθηκε στη νονά της πως θα έφευγε σίγουρα από τον χορό πριν από τα μεσάνυχτα. Κι έφυγε, και δεν τη χωρούσε ο τόπος από τη χαρά.

Πήγαν και είπαν στον γιο του βασιλιά πως μόλις είχε φτάσει μια σπουδαία πριγκίπισσα που κανείς δεν την ήξερε, κι εκείνος έτρεξε να την υποδεχτεί. Της έδωσε το χέρι του για να κατέβει από την άμαξα και την οδήγησε στη μεγάλη αίθουσα, όπου ήταν μαζεμένοι όλοι οι καλεσμένοι. Τότε απλώθηκε μεγάλη σιωπή. Όλοι σταμάτησαν να χορεύουν και τα βιολιά δεν έπαιζαν πια, τόσο πολύ θαύμαζαν την ομορφιά της άγνωστης κοπέλας. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ένα σιγανό μουρμουρητό: «Αχ, πόσο όμορφη είναι!» Ακόμα κι ο βασιλιάς, γέρος όπως ήταν, δεν σταματούσε να την κοιτάζει και να λέει σιγανά στη βασίλισσα πως είχε πολύ καιρό να δει μια τόσο όμορφη και τόσο χαριτωμένη κοπέλα. Όλες οι κυρίες κοίταζαν προσεκτικά το χτένισμα και τα ρούχα της, για να φτιάξουν ίδια από την επόμενη κιόλας μέρα, φτάνει να έβρισκαν τόσο ωραία υφάσματα και τόσο επιδέξιους τεχνίτες.

Ο γιος του βασιλιά την έβαλε να καθίσει στην πιο τιμητική θέση, κι ύστερα την πήρε να χορέψουν. Εκείνη χόρεψε με τόση χάρη, που όλοι τη θαύμασαν ακόμα περισσότερο. Έφεραν ένα πλούσιο κέρασμα, μα ο νεαρός πρίγκιπας δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του, τόσο απασχολημένος ήταν να την κοιτάζει. Εκείνη πήγε και κάθισε δίπλα στις αδελφές της και τους φέρθηκε με χίλιες ευγένειες. Τους μοίρασε από τα πορτοκάλια και τα λεμόνια που της είχε δώσει ο πρίγκιπας, κι εκείνες απόρησαν πολύ, γιατί δεν την είχαν γνωρίσει καθόλου.

Ενώ κουβέντιαζαν έτσι, η Σταχτοπούτα άκουσε το ρολόι να χτυπά δώδεκα παρά τέταρτο. Έκανε αμέσως μια βαθιά υπόκλιση σε όλους κι έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μόλις έφτασε στο σπίτι, πήγε να βρει τη νονά της, κι αφού την ευχαρίστησε, της είπε πως θα ήθελε πολύ να πάει και την επόμενη μέρα στον χορό, γιατί της το είχε ζητήσει ο γιος του βασιλιά. Την ώρα που διηγιόταν στη νονά της όλα όσα είχαν γίνει στον χορό, οι δυο αδελφές χτύπησαν την πόρτα, κι η Σταχτοπούτα πήγε να τους ανοίξει. «Πόσο αργήσατε να γυρίσετε!» τους είπε χασμουριάζοντας, τρίβοντας τα μάτια της και τεντώνοντας τα χέρια της, σαν να είχε μόλις ξυπνήσει. Κι όμως, από τη στιγμή που χώρισαν, δεν της είχε έρθει καθόλου ύπνος.

«Αν είχες έρθει στον χορό», της είπε μια από τις αδελφές της, «δεν θα βαριόσουν καθόλου. Ήρθε η πιο όμορφη πριγκίπισσα, η πιο όμορφη που μπορεί να δει ποτέ κανείς. Μας φέρθηκε με χίλιες ευγένειες και μας έδωσε πορτοκάλια και λεμόνια.» Η Σταχτοπούτα πετούσε από τη χαρά της. Τις ρώτησε πώς την έλεγαν αυτή την πριγκίπισσα, εκείνες όμως της απάντησαν πως κανείς δεν την ήξερε, πως ο γιος του βασιλιά ήταν πολύ στενοχωρημένος γι' αυτό, και πως θα έδινε τα πάντα στον κόσμο για να μάθει ποια ήταν.

Η Σταχτοπούτα χαμογέλασε και τους είπε: «Ήταν λοιπόν τόσο όμορφη; Θεέ μου, τι τυχερές που είστε! Δεν θα μπορούσα να τη δω κι εγώ; Αχ, δεσποινίς Ζαβότ, δανείστε μου το κίτρινο φόρεμά σας, αυτό που φοράτε κάθε μέρα.» «Αλήθεια;» είπε η δεσποινίς Ζαβότ. «Ωραία ιδέα, δεν λέω! Να δανείσω το φόρεμά μου σε μια βρομερή Σταχτομούρα σαν κι εσένα! Θα έπρεπε να έχω τρελαθεί εντελώς.» Η Σταχτοπούτα περίμενε πως θα της αρνιόταν, και χάρηκε πολύ γι' αυτό, γιατί θα έμπαινε σε μεγάλο μπελά αν η αδελφή της ήθελε πραγματικά να της δανείσει το φόρεμά της.

Την επόμενη μέρα οι δυο αδελφές πήγαν στον χορό, και η Σταχτοπούτα επίσης, ακόμα πιο στολισμένη από την πρώτη φορά. Ο γιος του βασιλιά ήταν συνέχεια δίπλα της και δεν σταματούσε να της λέει γλυκά λόγια. Η νεαρή κοπέλα δεν βαριόταν καθόλου, κι έτσι ξέχασε τι της είχε πει η νονά της. Άκουσε λοιπόν το πρώτο χτύπημα των μεσανύχτων, ενώ νόμιζε πως η ώρα δεν είχε πάει ακόμα ούτε έντεκα. Σηκώθηκε κι έφυγε τρέχοντας, ανάλαφρη σαν ελαφίνα. Ο πρίγκιπας την ακολούθησε, αλλά δεν μπόρεσε να την προλάβει. Στον δρόμο της έπεσε ένα από τα γυάλινα γοβάκια της, κι ο πρίγκιπας το μάζεψε με μεγάλη φροντίδα.

Η Σταχτοπούτα έφτασε στο σπίτι λαχανιασμένη, χωρίς άμαξα, χωρίς υπηρέτες και με τα παλιά της ρούχα. Από όλη εκείνη τη λαμπρότητα δεν της είχε μείνει τίποτα, εκτός από το ένα μικρό γοβάκι, το ταίρι εκείνου που της είχε πέσει. Ρώτησαν τους φρουρούς στην πύλη του παλατιού μήπως είχαν δει να βγαίνει καμιά πριγκίπισσα. Εκείνοι είπαν πως δεν είχαν δει να βγαίνει κανείς, παρά μόνο μια κοπέλα πολύ φτωχικά ντυμένη, που έμοιαζε πιο πολύ με χωριατοπούλα παρά με αρχοντοπούλα.

Όταν οι δυο αδελφές γύρισαν από τον χορό, η Σταχτοπούτα τις ρώτησε αν είχαν διασκεδάσει πάλι και αν είχε έρθει κι η όμορφη κυρία. Εκείνες της είπαν πως ναι, αλλά πως είχε φύγει τρέχοντας μόλις χτύπησαν μεσάνυχτα, και τόσο βιαστικά, που της έπεσε ένα από τα μικρά γυάλινα γοβάκια της, το πιο όμορφο του κόσμου. Της είπαν πως ο γιος του βασιλιά το είχε μαζέψει και πως σε όλη την υπόλοιπη βραδιά δεν έκανε τίποτε άλλο από το να το κοιτάζει, και πως σίγουρα ήταν πολύ ερωτευμένος με την όμορφη κοπέλα που είχε το μικρό γοβάκι.

Είχαν δίκιο, γιατί λίγες μέρες αργότερα ο γιος του βασιλιά έβαλε να διαλαλήσουν με σάλπιγγες πως θα παντρευόταν εκείνη που θα της ερχόταν το γοβάκι ακριβώς στο πόδι. Άρχισαν να το δοκιμάζουν πρώτα στις πριγκίπισσες, ύστερα στις δούκισσες και σε όλες τις κυρίες της αυλής, αλλά μάταια. Το έφεραν και στο σπίτι των δυο αδελφών, που προσπάθησαν με όλη τους τη δύναμη να χωρέσουν το πόδι τους μέσα στο γοβάκι, αλλά δεν τα κατάφεραν.

Η Σταχτοπούτα, που τις κοίταζε κι είχε αναγνωρίσει το γοβάκι της, είπε γελώντας: «Για να δω μήπως μου κάνει εμένα!» Οι αδελφές της έβαλαν τα γέλια κι άρχισαν να την κοροϊδεύουν. Ο αυλικός που δοκίμαζε το γοβάκι κοίταξε προσεκτικά τη Σταχτοπούτα, τη βρήκε πολύ όμορφη και είπε πως ήταν δίκαιο, γιατί είχε διαταγή να το δοκιμάσει σε όλα τα κορίτσια. Έβαλε τη Σταχτοπούτα να καθίσει, κι όταν έφερε το γοβάκι κοντά στο μικρό της πόδι, είδε πως μπήκε μέσα χωρίς κόπο και της ταίριαζε τέλεια, σαν να το είχαν πλάσει από κερί πάνω στο πόδι της.

Οι δυο αδελφές απόρησαν πολύ, κι ακόμα περισσότερο όταν η Σταχτοπούτα έβγαλε από την τσέπη της το άλλο μικρό γοβάκι και το φόρεσε στο πόδι της. Εκείνη τη στιγμή έφτασε η νονά, που άγγιξε με το ραβδί της τα ρούχα της Σταχτοπούτας και τα έκανε ακόμα πιο λαμπερά από όλα τα προηγούμενα. Τότε οι δυο αδελφές κατάλαβαν πως εκείνη ήταν η όμορφη κοπέλα που είχαν δει στον χορό. Έπεσαν στα πόδια της και της ζήτησαν συγγνώμη για όλα τα άσχημα που την είχαν κάνει να υποφέρει. Η Σταχτοπούτα τις σήκωσε, τις αγκάλιασε και τους είπε πως τις συγχωρούσε με όλη της την καρδιά, και πως τις παρακαλούσε να την αγαπούν πάντα.

Την πήγαν στον νεαρό πρίγκιπα, έτσι στολισμένη όπως ήταν. Εκείνος τη βρήκε πιο όμορφη από ποτέ, και λίγες μέρες αργότερα την παντρεύτηκε. Η Σταχτοπούτα, που ήταν τόσο καλή όσο και όμορφη, πήρε τις δυο αδελφές της να μείνουν στο παλάτι, και την ίδια κιόλας μέρα τις πάντρεψε με δυο μεγάλους άρχοντες της αυλής.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.