Τρεις αρκούδες, μια μεγάλη, μια μεσαία και μια μικρούλα, στέκονται μπροστά σε ένα ξύλινο σπιτάκι μέσα στο δάσος Ένα κοριτσάκι με χρυσές μπούκλες κρυφοκοιτάζει από την κλειδαρότρυπα του σπιτιού των αρκούδων Η μικρή καρεκλίτσα σπάει και η Χρυσομαλλούσα κάθεται κάτω στο πάτωμα, ενώ πάνω στο τραπέζι περιμένουν τρία μπολ Οι τρεις αρκούδες κοιτάζουν με απορία τα μπολ τους, με τα κουτάλια μπηγμένα μέσα Οι τρεις αρκούδες στέκονται δίπλα στο κρεβατάκι όπου κοιμάται η Χρυσομαλλούσα Η Χρυσομαλλούσα πηδά από το ανοιχτό παράθυρο και τρέχει προς το δάσος

Η Χρυσομαλλούσα και οι τρεις αρκούδες

Το σπιτάκι των αρκούδων · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−9:57

Τρεις αρκούδες βγαίνουν για περίπατο όσο κρυώνει ο χυλός τους, κι ένα περίεργο κοριτσάκι κρυφοκοιτάζει μέσα στο σπιτάκι τους. Το αγγλικό παραμύθι με το μεγάλο, το μεσαίο και το μικρούλικο μπολ, όπως το διηγήθηκε η Φλόρα Άννι Στιλ, μεταφρασμένο από το αγγλικό πρωτότυπο.

Φλόρα Άννι Στιλ · 10 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Η Χρυσομαλλούσα και οι τρεις αρκούδες: το κείμενο του παραμυθιού

Φλόρα Άννι Στιλ (1918). Μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο «The Story of the Three Bears».

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρεις αρκούδες, που ζούσαν μαζί στο δικό τους σπιτάκι, μέσα σε ένα δάσος. Η μία ήταν ένα Μικρό, Μικρούλικο Αρκουδάκι, η άλλη ήταν μια Μεσαία Αρκούδα, και η τρίτη ήταν μια Μεγάλη, Πελώρια Αρκούδα. Η καθεμιά είχε το δικό της μπολ για τον χυλό: ένα μικρό μπολάκι το Μικρό, Μικρούλικο Αρκουδάκι, ένα μεσαίο μπολ η Μεσαία Αρκούδα κι ένα μεγάλο μπολ η Μεγάλη, Πελώρια Αρκούδα. Η καθεμιά είχε και τη δική της καρέκλα για να κάθεται: μια μικρή καρεκλίτσα το Μικρό, Μικρούλικο Αρκουδάκι, μια μεσαία καρέκλα η Μεσαία Αρκούδα και μια μεγάλη καρέκλα η Μεγάλη, Πελώρια Αρκούδα. Κι η καθεμιά είχε και το δικό της κρεβάτι για να κοιμάται: ένα μικρό κρεβατάκι το Μικρό, Μικρούλικο Αρκουδάκι, ένα μεσαίο κρεβάτι η Μεσαία Αρκούδα κι ένα μεγάλο κρεβάτι η Μεγάλη, Πελώρια Αρκούδα.

Μια μέρα, αφού έφτιαξαν τον χυλό για το πρωινό τους και τον έβαλαν στα μπολ τους, βγήκαν για περίπατο στο δάσος όσο κρύωνε ο χυλός, για να μην κάψουν το στόμα τους αρχίζοντας να τρώνε πολύ νωρίς, γιατί ήταν ευγενικές αρκούδες, με καλούς τρόπους. Κι ενώ έλειπαν, πέρασε από το σπιτάκι ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Χρυσομαλλούσα. Ζούσε στην άλλη άκρη του δάσους, κι η μαμά της την είχε στείλει να κάνει μια δουλειά.

Η Χρυσομαλλούσα πρώτα κοίταξε μέσα από το παράθυρο κι ύστερα κρυφοκοίταξε από την κλειδαρότρυπα, γιατί δεν ήταν καθόλου ένα κοριτσάκι με καλούς τρόπους. Όταν είδε πως δεν ήταν κανείς στο σπίτι, σήκωσε το μάνταλο. Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη, γιατί οι αρκούδες ήταν καλές αρκούδες, που δεν έκαναν κακό σε κανέναν, και δεν τους περνούσε ποτέ από το μυαλό πως κάποιος θα τους έκανε κακό. Η Χρυσομαλλούσα άνοιξε λοιπόν την πόρτα και μπήκε μέσα. Και πόσο χάρηκε όταν είδε τον χυλό πάνω στο τραπέζι!

Αν ήταν ένα κοριτσάκι με καλούς τρόπους, θα περίμενε να γυρίσουν οι αρκούδες στο σπίτι, και τότε ίσως να την καλούσαν να φάει μαζί τους πρωινό. Γιατί ήταν καλές αρκούδες, λίγο απότομες και άγαρμπες, όπως είναι οι αρκούδες, αλλά πολύ καλόκαρδες και φιλόξενες. Εκείνη όμως ήταν ένα αυθάδικο, αγενές κοριτσάκι, κι έτσι σερβιρίστηκε μόνη της.

Πρώτα δοκίμασε τον χυλό της Μεγάλης, Πελώριας Αρκούδας, αλλά ήταν πολύ ζεστός γι' αυτήν. Ύστερα δοκίμασε τον χυλό της Μεσαίας Αρκούδας, αλλά ήταν πολύ κρύος γι' αυτήν. Μετά πήγε στον χυλό του Μικρού, Μικρούλικου Αρκουδακιού και τον δοκίμασε. Αυτός δεν ήταν ούτε πολύ ζεστός ούτε πολύ κρύος, αλλά ακριβώς όπως έπρεπε. Της άρεσε τόσο πολύ, που τον έφαγε όλο, ως την τελευταία κουταλιά!

Η Χρυσομαλλούσα ήταν κουρασμένη, γιατί όλη την ώρα κυνηγούσε πεταλούδες, αντί να τρέξει να κάνει τη δουλειά της. Κάθισε λοιπόν στην καρέκλα της Μεγάλης, Πελώριας Αρκούδας, αλλά ήταν πολύ σκληρή γι' αυτήν. Ύστερα κάθισε στην καρέκλα της Μεσαίας Αρκούδας, αλλά ήταν πολύ μαλακή γι' αυτήν. Όταν όμως κάθισε στην καρεκλίτσα του Μικρού, Μικρούλικου Αρκουδακιού, αυτή δεν ήταν ούτε πολύ σκληρή ούτε πολύ μαλακή, αλλά ακριβώς όπως έπρεπε. Βολεύτηκε λοιπόν αναπαυτικά και καθόταν εκεί, ώσπου έσπασε ο πάτος της καρεκλίτσας, και μπαμ, έπεσε κάτω στο πάτωμα. Αυτό τη θύμωσε πάρα πολύ, γιατί ήταν ένα κοριτσάκι που θύμωνε εύκολα.

Επειδή ήθελε οπωσδήποτε να ξεκουραστεί, η Χρυσομαλλούσα ανέβηκε τη σκάλα στην κρεβατοκάμαρα όπου κοιμούνταν οι τρεις αρκούδες. Πρώτα ξάπλωσε στο κρεβάτι της Μεγάλης, Πελώριας Αρκούδας, αλλά από τη μεριά του κεφαλιού ήταν πολύ ψηλό γι' αυτήν. Ύστερα ξάπλωσε στο κρεβάτι της Μεσαίας Αρκούδας, αλλά από τη μεριά των ποδιών ήταν πολύ ψηλό γι' αυτήν. Μετά ξάπλωσε στο κρεβατάκι του Μικρού, Μικρούλικου Αρκουδακιού. Αυτό δεν ήταν πολύ ψηλό ούτε από τη μεριά του κεφαλιού ούτε από τη μεριά των ποδιών, αλλά ακριβώς όπως έπρεπε. Σκεπάστηκε λοιπόν καλά καλά κι έμεινε ξαπλωμένη εκεί, ώσπου την πήρε βαθύς ύπνος.

Στο μεταξύ οι τρεις αρκούδες σκέφτηκαν πως ο χυλός τους θα είχε κρυώσει αρκετά για να τον φάνε όπως πρέπει, κι έτσι γύρισαν στο σπίτι για πρωινό. Η απρόσεκτη Χρυσομαλλούσα όμως είχε αφήσει το κουτάλι της Μεγάλης, Πελώριας Αρκούδας καρφωμένο μέσα στον χυλό της. «Κάποιος έφαγε από τον χυλό μου!» είπε η Μεγάλη, Πελώρια Αρκούδα με τη μεγάλη, βραχνή, βροντερή φωνή της.

Ύστερα η Μεσαία Αρκούδα κοίταξε τον χυλό της και είδε πως και μέσα στον δικό της ήταν καρφωμένο το κουτάλι. «Κάποιος έφαγε από τον χυλό μου!» είπε η Μεσαία Αρκούδα με τη μεσαία φωνή της. Μετά το Μικρό, Μικρούλικο Αρκουδάκι κοίταξε το δικό του μπολάκι. Μέσα ήταν το κουταλάκι, αλλά ο χυλός είχε τελειώσει όλος! «Κάποιος έφαγε από τον χυλό μου, και τον έφαγε όλο!» είπε το Μικρό, Μικρούλικο Αρκουδάκι με τη λεπτή, ψιλή φωνούλα του.

Όταν οι τρεις αρκούδες είδαν πως κάποιος είχε μπει στο σπίτι τους και είχε φάει το πρωινό του Μικρού, Μικρούλικου Αρκουδακιού, άρχισαν να κοιτάζουν γύρω τους. Η απρόσεκτη Χρυσομαλλούσα δεν είχε ισιώσει το σκληρό μαξιλάρι, όταν σηκώθηκε από την καρέκλα της Μεγάλης, Πελώριας Αρκούδας. «Κάποιος κάθισε στην καρέκλα μου!» είπε η Μεγάλη, Πελώρια Αρκούδα με τη μεγάλη, βραχνή, βροντερή φωνή της.

Η απρόσεκτη Χρυσομαλλούσα είχε ζουλήξει και το μαλακό μαξιλάρι της Μεσαίας Αρκούδας. «Κάποιος κάθισε στην καρέκλα μου!» είπε η Μεσαία Αρκούδα με τη μεσαία φωνή της. «Κάποιος κάθισε στην καρεκλίτσα μου και της έσπασε τον πάτο!» είπε το Μικρό, Μικρούλικο Αρκουδάκι με τη λεπτή, ψιλή φωνούλα του.

Οι αρκούδες αποφάσισαν πως ήταν καλύτερα να ψάξουν κι άλλο, μήπως είχε μπει κανένας κλέφτης, κι ανέβηκαν τη σκάλα στην κρεβατοκάμαρά τους. Η Χρυσομαλλούσα είχε τραβήξει το μαξιλάρι της Μεγάλης, Πελώριας Αρκούδας από τη θέση του. «Κάποιος ξάπλωσε στο κρεβάτι μου!» είπε η Μεγάλη, Πελώρια Αρκούδα με τη μεγάλη, βραχνή, βροντερή φωνή της. Από τη θέση του είχε τραβήξει και το μακρύ προσκέφαλο της Μεσαίας Αρκούδας. «Κάποιος ξάπλωσε στο κρεβάτι μου!» είπε η Μεσαία Αρκούδα με τη μεσαία φωνή της.

Όταν όμως το Μικρό, Μικρούλικο Αρκουδάκι πήγε να κοιτάξει το κρεβατάκι του, το προσκέφαλο ήταν στη θέση του. Και το μαξιλάρι ήταν κι αυτό στη θέση του, πάνω στο προσκέφαλο. Και πάνω στο μαξιλάρι; Εκεί ήταν το ξανθό κεφαλάκι της Χρυσομαλλούσας, που δεν ήταν καθόλου στη θέση του, γιατί δεν είχε καμιά δουλειά εκεί. «Κάποιος ξάπλωσε στο κρεβατάκι μου, κι είναι ακόμα εδώ!» είπε το Μικρό, Μικρούλικο Αρκουδάκι με τη λεπτή, ψιλή φωνούλα του.

Η Χρυσομαλλούσα είχε ακούσει στον ύπνο της τη μεγάλη, βραχνή, βροντερή φωνή της Μεγάλης, Πελώριας Αρκούδας. Κοιμόταν όμως τόσο βαθιά, που της φάνηκε σαν το βουητό του αέρα ή σαν το μπουμπουνητό της βροντής. Είχε ακούσει και τη μεσαία φωνή της Μεσαίας Αρκούδας, αλλά μόνο σαν να άκουγε κάποιον να μιλά στο όνειρό της. Όταν όμως άκουσε τη λεπτή, ψιλή φωνούλα του Μικρού, Μικρούλικου Αρκουδακιού, ήταν τόσο κοφτή και τόσο τσιριχτή, που την ξύπνησε αμέσως.

Πετάχτηκε πάνω. Όταν είδε τις τρεις αρκούδες από τη μια μεριά του κρεβατιού, κατρακύλησε από την άλλη μεριά κι έτρεξε στο παράθυρο. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, γιατί οι αρκούδες, σαν καλές και νοικοκυρεμένες αρκούδες που ήταν, άνοιγαν πάντα το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς τους όταν σηκώνονταν το πρωί. Η άτακτη, τρομαγμένη Χρυσομαλλούσα πήδηξε έξω από το παράθυρο. Αν έτρεξε στο δάσος και χάθηκε εκεί, ή αν βρήκε τον δρόμο για το σπίτι της και η μαμά της τη μάλωσε για τα καλά, επειδή κυνηγούσε πεταλούδες αντί να κάνει τη δουλειά της, κανείς δεν το ξέρει. Οι τρεις αρκούδες όμως δεν την ξαναείδαν ποτέ.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.