Ένας φτωχός γέρος ψαράς πιάνει στη θάλασσα ένα χρυσόψαρο που μιλάει με φωνή ανθρώπου, η γριά του όμως θέλει όλο και περισσότερα. Το γνωστό παραμύθι του Αλεξάντρ Πούσκιν, σε ελεύθερη απόδοση σε πεζό από το ρωσικό πρωτότυπο.
Αλεξάντρ Πούσκιν · 11 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη
Ο ψαράς και το χρυσόψαρο: το κείμενο του παραμυθιού
Αλεξάντρ Πούσκιν (1833). Ελεύθερη απόδοση σε πεζό από το ρωσικό πρωτότυπο «Сказка о рыбаке и рыбке».
Ζούσε κάποτε ένας γέρος με τη γριά του, ακριβώς πλάι στη γαλάζια θάλασσα. Έμεναν σε μια φτωχική, μισογκρεμισμένη καλύβα, ολόκληρα τριάντα χρόνια και τρία ακόμα. Ο γέρος έπιανε ψάρια με το δίχτυ του, κι η γριά έγνεθε το μαλλί της.
Μια μέρα ο γέρος έριξε το δίχτυ του στη θάλασσα, και το δίχτυ βγήκε μόνο με λάσπη. Έριξε το δίχτυ δεύτερη φορά, και το δίχτυ βγήκε γεμάτο φύκια. Έριξε το δίχτυ τρίτη φορά, και το δίχτυ βγήκε με ένα μόνο ψαράκι. Όχι όμως ένα συνηθισμένο ψαράκι, αλλά ένα χρυσόψαρο!
Και το χρυσόψαρο άρχισε να τον παρακαλάει, και μίλησε με φωνή ανθρώπου: «Άφησέ με, γέροντα, να γυρίσω στη θάλασσα! Θα σε ανταμείψω πλούσια. Θα σου δώσω ό,τι κι αν μου ζητήσεις.» Ο γέρος απόρησε και φοβήθηκε. Τριάντα χρόνια και τρία ακόμα έπιανε ψάρια, και ποτέ του δεν είχε ακούσει ψάρι να μιλάει. Άφησε λοιπόν ελεύθερο το χρυσόψαρο και του είπε με καλοσύνη: «Ο Θεός μαζί σου, χρυσόψαρό μου! Δεν θέλω τίποτα από σένα. Πήγαινε στη γαλάζια θάλασσα και κολύμπα ελεύθερο στα ανοιχτά.»
Ο γέρος γύρισε στη γριά και της διηγήθηκε το μεγάλο θαύμα. «Σήμερα έπιασα ένα ψαράκι, ένα χρυσόψαρο, όχι συνηθισμένο. Μιλούσε σαν κι εμάς, με παρακαλούσε να γυρίσει στο σπίτι του, στη γαλάζια θάλασσα, και ήθελε να με ανταμείψει πλούσια, με ό,τι κι αν ζητούσα. Δεν τόλμησα να του ζητήσω τίποτα, κι έτσι το άφησα να φύγει στη γαλάζια θάλασσα.» Η γριά όμως τον μάλωσε άσχημα: «Αχ, ανόητε, κουτορνίθι! Ούτε αυτό δεν ήξερες, να ζητήσεις κάτι από το ψάρι! Ας έπαιρνες τουλάχιστον μια καινούργια σκάφη για το πλύσιμο, αφού η δική μας έχει σπάσει ολότελα.»
Πήγε λοιπόν ο γέρος στη γαλάζια θάλασσα. Είδε πως η θάλασσα είχε αρχίσει να κυματίζει λιγάκι. Άρχισε να φωνάζει το χρυσόψαρο. Ήρθε κολυμπώντας κοντά του το ψαράκι και τον ρώτησε: «Τι θέλεις, γέροντα;» Ο γέρος έκανε μια βαθιά υπόκλιση και του απάντησε: «Λυπήσου με, καλό μου χρυσόψαρο! Η γριά μου με μάλωσε και δεν αφήνει σε ησυχία τον καημένο τον γέρο. Θέλει μια καινούργια σκάφη, γιατί η δική μας έχει σπάσει ολότελα.» Το χρυσόψαρο του απάντησε: «Μη στενοχωριέσαι, πήγαινε στο καλό. Θα έχετε καινούργια σκάφη.»
Γύρισε ο γέρος στη γριά, και πράγματι, η γριά είχε καινούργια σκάφη. Μα η γριά τον μάλωνε ακόμα πιο άσχημα: «Αχ, ανόητε, κουτορνίθι! Σκάφη ζήτησες, ανόητε! Τι να την κάνουμε τη σκάφη; Γύρνα πίσω στο ψάρι, ανόητε, κάνε του μια υπόκλιση και ζήτα του τουλάχιστον ένα σπίτι.»
Πήγε λοιπόν ο γέρος στη γαλάζια θάλασσα. Η γαλάζια θάλασσα είχε θολώσει. Άρχισε να φωνάζει το χρυσόψαρο. Ήρθε κολυμπώντας κοντά του το ψαράκι και τον ρώτησε: «Τι θέλεις, γέροντα;» Ο γέρος έκανε μια βαθιά υπόκλιση και του απάντησε: «Λυπήσου με, καλό μου χρυσόψαρο! Η γριά με μαλώνει ακόμα πιο άσχημα και δεν αφήνει σε ησυχία τον καημένο τον γέρο. Ένα σπίτι θέλει η γκρινιάρα.» Το χρυσόψαρο του απάντησε: «Μη στενοχωριέσαι, πήγαινε στο καλό. Ας είναι, θα έχετε σπίτι.»
Πήγε ο γέρος προς την καλύβα του, μα από την καλύβα δεν είχε μείνει ούτε ίχνος. Μπροστά του στεκόταν ένα ξύλινο σπίτι με ένα φωτεινό δωματιάκι κάτω από τη στέγη, με μια άσπρη καμινάδα από τούβλα και με αυλόπορτα από ξύλο βελανιδιάς. Η γριά καθόταν στο παραθυράκι και μάλωνε τον άντρα της όσο πιο άσχημα μπορούσε. «Αχ, ανόητε, σωστό κουτορνίθι! Σπίτι ζήτησες, κουτορνίθι! Γύρνα πίσω και κάνε μια υπόκλιση στο ψάρι. Δεν θέλω να είμαι μια απλή χωριάτισσα, θέλω να γίνω αρχόντισσα από μεγάλη και παλιά γενιά.»
Πήγε ο γέρος στη γαλάζια θάλασσα. Η γαλάζια θάλασσα ήταν ανήσυχη. Άρχισε να φωνάζει το χρυσόψαρο. Ήρθε κολυμπώντας κοντά του το ψαράκι και τον ρώτησε: «Τι θέλεις, γέροντα;» Ο γέρος έκανε μια βαθιά υπόκλιση και του απάντησε: «Λυπήσου με, καλό μου χρυσόψαρο! Η γριά μου έγινε πιο παράλογη από ποτέ και δεν αφήνει σε ησυχία τον καημένο τον γέρο. Δεν θέλει πια να είναι χωριάτισσα, θέλει να γίνει αρχόντισσα από μεγάλη και παλιά γενιά.» Το χρυσόψαρο του απάντησε: «Μη στενοχωριέσαι, πήγαινε στο καλό.»
Γύρισε ο γέρος στη γριά. Και τι να δει; Ένα ψηλό αρχοντικό. Στη σκάλα της εισόδου στεκόταν η γριά του, με ένα ακριβό γουνάκι από σαμούρι, με ένα χρυσοκέντητο κάλυμμα στο κεφάλι, με μαργαριτάρια που βάραιναν τον λαιμό της, με χρυσά δαχτυλίδια στα χέρια και κόκκινες μπότες στα πόδια. Μπροστά της στέκονταν πρόθυμοι υπηρέτες, κι εκείνη τους χτυπούσε και τους τραβούσε από τα μαλλιά. Ο γέρος είπε στη γριά του: «Γεια σου, κυρία μου, μεγάλη αρχόντισσα! Τώρα πια η ψυχούλα σου θα είναι ευχαριστημένη.» Η γριά όμως του φώναξε άγρια και τον έστειλε να δουλεύει στον στάβλο, με τα άλογα.
Πέρασε μια εβδομάδα, πέρασε κι άλλη, κι η γριά έγινε ακόμα πιο παράλογη. Έστειλε πάλι τον γέρο στο ψάρι. «Γύρνα πίσω και κάνε μια υπόκλιση στο ψάρι. Δεν θέλω να είμαι αρχόντισσα από παλιά γενιά, θέλω να γίνω τσαρίνα, βασίλισσα που κάνει ό,τι θέλει!» Ο γέρος φοβήθηκε και την παρακάλεσε: «Τι έπαθες, γυναίκα, έχασες το μυαλό σου; Ούτε να περπατήσεις σωστά ξέρεις, ούτε να μιλήσεις. Θα γελάει μαζί σου όλο το βασίλειο.»
Η γριά θύμωσε ακόμα πιο πολύ και χτύπησε τον άντρα της στο μάγουλο. «Πώς τολμάς, χωριάτη, να μου φέρνεις αντίρρηση, σε μένα, την αρχόντισσα από μεγάλη και παλιά γενιά; Πήγαινε στη θάλασσα, σου το λέω με το καλό. Αν δεν πας με το καλό, θα σε πάνε με το ζόρι.»
Ο γέρος ξεκίνησε για τη θάλασσα. Η γαλάζια θάλασσα είχε μαυρίσει. Άρχισε να φωνάζει το χρυσόψαρο. Ήρθε κολυμπώντας κοντά του το ψαράκι και τον ρώτησε: «Τι θέλεις, γέροντα;» Ο γέρος έκανε μια βαθιά υπόκλιση και του απάντησε: «Λυπήσου με, καλό μου χρυσόψαρο! Πάλι η γριά μου κάνει φασαρίες. Δεν θέλει πια να είναι αρχόντισσα, θέλει να γίνει τσαρίνα, βασίλισσα που κάνει ό,τι θέλει.» Το χρυσόψαρο του απάντησε: «Μη στενοχωριέσαι, πήγαινε στο καλό! Εντάξει, η γριά θα γίνει τσαρίνα!»
Γύρισε ο γέρος στη γριά. Και τι να δει; Μπροστά του ένα βασιλικό παλάτι, σαν των τσάρων. Μέσα στο παλάτι είδε τη γριά του να κάθεται στο τραπέζι σαν τσαρίνα. Την υπηρετούσαν άρχοντες κι ευγενείς, της γέμιζαν το ποτήρι με κρασιά από μακρινές χώρες, κι εκείνη μασουλούσε μελένια κουλουράκια με σχέδια. Γύρω της στέκονταν αυστηροί φρουροί, με τσεκούρια στους ώμους. Μόλις τα είδε όλα αυτά ο γέρος, φοβήθηκε. Έσκυψε ως το πάτωμα μπροστά στη γριά και είπε: «Γεια σου, φοβερή τσαρίνα! Ε, τώρα πια η ψυχούλα σου θα είναι ευχαριστημένη.»
Η γριά ούτε που τον κοίταξε, μόνο πρόσταξε να τον διώξουν από μπροστά της. Έτρεξαν οι άρχοντες κι οι ευγενείς και τον έσπρωξαν έξω. Στην πόρτα έτρεξαν κι οι φρουροί, και λίγο έλειψε να τον χτυπήσουν με τα τσεκούρια τους. Κι ο κόσμος γελούσε μαζί του: «Καλά να πάθεις, γέρο χωριάτη! Να σου γίνει μάθημα, χωριάτη: άπλωνε τα πόδια σου όσο φτάνει το πάπλωμα!»
Πέρασε μια εβδομάδα, πέρασε κι άλλη, κι η γριά έγινε ακόμα πιο παράλογη. Έστειλε αυλικούς να βρουν τον άντρα της, κι εκείνοι βρήκαν τον γέρο και τον έφεραν μπροστά της. Η γριά είπε στον γέρο: «Γύρνα πίσω και κάνε μια υπόκλιση στο ψάρι. Δεν θέλω να είμαι τσαρίνα, θέλω να γίνω η βασίλισσα της θάλασσας. Θέλω να ζω στον μεγάλο ωκεανό, και το χρυσόψαρο να με υπηρετεί και να τρέχει για ό,τι το προστάζω.»
Ο γέρος δεν τόλμησε να της φέρει αντίρρηση, ούτε λέξη δεν τόλμησε να πει. Πήγε στη γαλάζια θάλασσα. Είδε πως στη θάλασσα είχε ξεσπάσει μαύρη φουρτούνα. Τα θυμωμένα κύματα φούσκωναν, πήγαιναν κι έρχονταν, βογκούσαν κι ούρλιαζαν.
Άρχισε να φωνάζει το χρυσόψαρο. Ήρθε κολυμπώντας κοντά του το ψαράκι και τον ρώτησε: «Τι θέλεις, γέροντα;» Ο γέρος έκανε μια βαθιά υπόκλιση και του απάντησε: «Λυπήσου με, καλό μου χρυσόψαρο! Τι να κάνω με αυτή την ανυπόφορη γυναίκα; Δεν θέλει πια να είναι τσαρίνα, θέλει να γίνει η βασίλισσα της θάλασσας. Θέλει να ζει στον μεγάλο ωκεανό, κι εσύ προσωπικά να την υπηρετείς και να τρέχεις για ό,τι σε προστάζει.»
Το ψαράκι δεν είπε τίποτα. Μόνο χτύπησε με την ουρά του το νερό και χάθηκε στα βαθιά της θάλασσας. Πολλή ώρα περίμενε ο γέρος στην ακρογιαλιά μια απάντηση, μα δεν την πήρε. Γύρισε πίσω στη γριά, και τι να δει; Μπροστά του ήταν πάλι η παλιά, μισογκρεμισμένη καλύβα. Στο κατώφλι καθόταν η γριά του, και μπροστά της ήταν η σπασμένη σκάφη.





