Τρία αδέλφια στέκονται μπροστά σε έναν παλιό μύλο, και ο μικρότερος κρατά λυπημένος στην αγκαλιά του έναν κοκκινωπό γάτο Ο γάτος με μπότες και καπέλο είναι ξαπλωμένος στο χορτάρι δίπλα σε ένα ανοιχτό σακί, κι ένα κουνέλι βγάζει το κεφάλι του από τους θάμνους Στην όχθη του ποταμού ο γάτος κουνά το καπέλο του, ο βασιλιάς και η πριγκίπισσα κοιτάζουν από το παράθυρο της άμαξας, και ένας νέος κολυμπά στο νερό Ο παπουτσωμένος γάτος σηκώνει το πόδι του και μιλά πολύ σοβαρά σε χωρικούς που κρατούν δρεπάνια σε ένα λιβάδι Ο παπουτσωμένος γάτος περπατά χαρούμενος στον δρόμο προς το κάστρο του δράκου, και πίσω του έρχεται η άμαξα του βασιλιά Ο βασιλιάς, η πριγκίπισσα και ο μαρκήσιος κάθονται σε ένα γεμάτο τραπέζι στον κήπο του κάστρου, και ο παπουτσωμένος γάτος τρώει περήφανος ένα γλυκό πάνω σε μια ψηλή καρέκλα

Ο παπουτσωμένος γάτος

Η κληρονομιά του μυλωνά · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−11:48

Για τους γονείς: Στο πρωτότυπο του Σαρλ Περό ο γάτος απειλεί τους χωρικούς πως θα τους κάνουν «κιμά, ψιλοκομμένο σαν γέμιση για πίτα». Στην πιο ήπια εκδοχή τους λέει μόνο πως θα το μετανιώσουν πικρά.

Ο μικρότερος γιος του μυλωνά κληρονομεί μόνο έναν γάτο, κι ο γάτος δεν ζητά τίποτε άλλο παρά ένα σακί κι ένα ζευγάρι μπότες. Το πονηρό και έξυπνο παραμύθι του Σαρλ Περό, μεταφρασμένο από το γαλλικό πρωτότυπο.

Σαρλ Περό · 12 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Ο παπουτσωμένος γάτος: το κείμενο του παραμυθιού

Σαρλ Περό (1697). Μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο «Le Chat botté».

Ένας μυλωνάς άφησε στα τρία παιδιά του, για όλη του την περιουσία, μόνο τον μύλο του, τον γάιδαρό του και τον γάτο του. Τη μοιρασιά την έκαναν γρήγορα, χωρίς να φωνάξουν ούτε συμβολαιογράφο ούτε δικηγόρο. Εκείνοι θα είχαν φάει σε χρόνο μηδέν όλη τη φτωχή κληρονομιά. Ο μεγαλύτερος πήρε τον μύλο, ο δεύτερος πήρε τον γάιδαρο, κι ο μικρότερος πήρε μόνο τον γάτο.

Ο μικρός δεν μπορούσε να παρηγορηθεί που του είχε λάχει ένα τόσο φτωχό μερίδιο: «Τα αδέλφια μου», έλεγε, «αν δουλέψουν μαζί, θα μπορούν να βγάζουν τίμια το ψωμί τους. Εγώ όμως, αφού φάω τον γάτο μου και φτιάξω από τη γούνα του ένα γουναράκι για να ζεσταίνω τα χέρια μου, θα πεθάνω της πείνας.»

Ο γάτος, που άκουγε όλα αυτά τα λόγια αλλά έκανε πως δεν άκουγε τίποτα, του είπε ήρεμα και σοβαρά: «Μη στενοχωριέστε, αφέντη μου. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να μου δώσετε ένα σακί και να βάλετε να μου φτιάξουν ένα ζευγάρι μπότες για να τριγυρίζω μέσα στους θάμνους, και θα δείτε πως το μερίδιο που σας έλαχε δεν είναι τόσο κακό όσο νομίζετε.»

Ο αφέντης του γάτου δεν πολυπίστευε αυτά τα λόγια. Τον είχε δει όμως να κάνει τόσα επιδέξια κόλπα για να πιάνει αρουραίους και ποντίκια, όπως όταν κρεμιόταν ανάποδα από τα πόδια του ή όταν κρυβόταν μέσα στο αλεύρι κι έκανε τον ψόφιο, που δεν έχασε την ελπίδα πως ο γάτος θα τον βοηθούσε στη φτώχεια του.

Όταν ο γάτος πήρε αυτά που είχε ζητήσει, φόρεσε λεβέντικα τις μπότες του, κρέμασε το σακί στον λαιμό του, έπιασε τα κορδόνια του με τα δυο μπροστινά του πόδια και πήγε σε έναν τόπο όπου ζούσαν πάρα πολλά κουνέλια. Έβαλε μέσα στο σακί πίτουρα και τρυφερά χορταράκια, ξάπλωσε σαν να ήταν ψόφιος και περίμενε κάποιο νεαρό κουνέλι, που δεν ήξερε ακόμα τα κόλπα αυτού του κόσμου, να χωθεί μέσα στο σακί για να φάει τις λιχουδιές του.

Μόλις ξάπλωσε, πέτυχε αυτό που ήθελε. Ένα νεαρό, αφηρημένο κουνέλι μπήκε στο σακί του, κι ο κύριος γάτος τράβηξε αμέσως τα κορδόνια, το έπιασε και το σκότωσε χωρίς έλεος.

Περήφανος για τη λεία του, πήγε στο παλάτι και ζήτησε να μιλήσει στον βασιλιά. Τον οδήγησαν πάνω στα δωμάτια του βασιλιά, κι όταν μπήκε, έκανε μια βαθιά υπόκλιση και του είπε: «Μεγαλειότατε, σας φέρνω ένα κουνέλι από τα λιβάδια, που μου ανέθεσε ο κύριος μαρκήσιος του Καραμπά να σας το προσφέρω από μέρους του.» Αυτό ήταν το όνομα που του κάπνισε να δώσει στον αφέντη του. «Πες στον αφέντη σου», απάντησε ο βασιλιάς, «πως τον ευχαριστώ και πως μου έκανε μεγάλη χαρά.»

Μια άλλη φορά πήγε και κρύφτηκε μέσα σε ένα χωράφι με σιτάρι, κρατώντας πάλι το σακί του ανοιχτό, κι όταν μπήκαν μέσα δυο πέρδικες, τράβηξε τα κορδόνια και τις έπιασε και τις δυο. Ύστερα πήγε και τις πρόσφερε στον βασιλιά, όπως είχε κάνει και με το κουνέλι. Ο βασιλιάς δέχτηκε πάλι με χαρά τις δυο πέρδικες και πρόσταξε να δώσουν στον γάτο ένα φιλοδώρημα.

Έτσι ο γάτος συνέχισε για δυο τρεις μήνες να πηγαίνει πότε πότε στον βασιλιά θηράματα από το κυνήγι του αφέντη του. Μια μέρα έμαθε πως ο βασιλιάς θα πήγαινε περίπατο στην όχθη του ποταμού μαζί με την κόρη του, την πιο όμορφη πριγκίπισσα του κόσμου, κι είπε στον αφέντη του: «Αν ακούσετε τη συμβουλή μου, η τύχη σας είναι σίγουρη. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να μπείτε να κολυμπήσετε στο ποτάμι, εκεί που θα σας δείξω, κι ύστερα να με αφήσετε να κάνω εγώ τα υπόλοιπα.»

Ο μαρκήσιος του Καραμπά έκανε αυτό που τον συμβούλευε ο γάτος του, χωρίς να ξέρει σε τι θα χρησίμευε. Την ώρα που κολυμπούσε, πέρασε από εκεί ο βασιλιάς, κι ο γάτος άρχισε να φωνάζει με όλη του τη δύναμη: «Βοήθεια, βοήθεια! Ο κύριος μαρκήσιος του Καραμπά πνίγεται!» Μόλις άκουσε τη φωνή, ο βασιλιάς έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο της άμαξας, κι όταν αναγνώρισε τον γάτο που του είχε φέρει τόσες φορές θηράματα, πρόσταξε τους φρουρούς του να τρέξουν γρήγορα να βοηθήσουν τον κύριο μαρκήσιο του Καραμπά.

Ενώ έβγαζαν τον καημένο τον μαρκήσιο από το ποτάμι, ο γάτος πλησίασε την άμαξα και είπε στον βασιλιά πως, την ώρα που ο αφέντης του κολυμπούσε, ήρθαν κάτι κλέφτες και του πήραν τα ρούχα, παρόλο που ο ίδιος φώναζε «Πιάστε τον κλέφτη!» με όλη του τη δύναμη. Ο κατεργάρης όμως τα είχε κρύψει μόνος του κάτω από μια μεγάλη πέτρα.

Ο βασιλιάς πρόσταξε αμέσως τους υπηρέτες που φύλαγαν τα ρούχα του να φέρουν μια από τις πιο ωραίες του φορεσιές για τον κύριο μαρκήσιο του Καραμπά. Ο βασιλιάς τον περιποιήθηκε με χίλιους τρόπους, κι επειδή τα ωραία ρούχα που του είχαν μόλις δώσει έκαναν τη λεβεντιά του να φαίνεται ακόμα περισσότερο, γιατί ήταν όμορφος και καλοφτιαγμένος νέος, η κόρη του βασιλιά τον βρήκε πολύ του γούστου της. Κι ο μαρκήσιος του Καραμπά δεν πρόλαβε να της ρίξει δυο τρεις ματιές, πολύ ευγενικές και λίγο τρυφερές, κι εκείνη τον ερωτεύτηκε τρελά. Ο βασιλιάς θέλησε να ανέβει ο μαρκήσιος στην άμαξά του και να έρθει μαζί τους στον περίπατο.

Ο γάτος, κατενθουσιασμένος που το σχέδιό του άρχιζε να πετυχαίνει, προχώρησε μπροστά, κι όταν συνάντησε κάτι χωρικούς που έκοβαν το χορτάρι σε ένα λιβάδι, τους είπε: «Καλοί μου άνθρωποι που κόβετε το χορτάρι, αν δεν πείτε στον βασιλιά πως το λιβάδι που κόβετε ανήκει στον κύριο μαρκήσιο του Καραμπά, θα το μετανιώσετε πικρά, όλοι σας.»

Ο βασιλιάς δεν παρέλειψε να ρωτήσει τους χωρικούς σε ποιον ανήκε το λιβάδι όπου έκοβαν το χορτάρι. «Ανήκει στον κύριο μαρκήσιο του Καραμπά», είπαν όλοι μαζί, γιατί η απειλή του γάτου τους είχε φοβίσει.

«Έχετε εδώ μια ωραία κληρονομιά», είπε ο βασιλιάς στον μαρκήσιο του Καραμπά. «Όπως βλέπετε, Μεγαλειότατε», απάντησε ο μαρκήσιος, «είναι ένα λιβάδι που κάθε χρόνο δίνει πλούσια σοδειά.»

Ο κύριος γάτος, που πήγαινε πάντα μπροστά, συνάντησε κάτι θεριστές και τους είπε: «Καλοί μου άνθρωποι που θερίζετε, αν δεν πείτε πως όλα αυτά τα σιτάρια ανήκουν στον κύριο μαρκήσιο του Καραμπά, θα το μετανιώσετε πικρά, όλοι σας.» Ο βασιλιάς, που πέρασε λίγο αργότερα, θέλησε να μάθει σε ποιον ανήκαν όλα τα σιτάρια που έβλεπε. «Ανήκουν στον κύριο μαρκήσιο του Καραμπά», απάντησαν οι θεριστές, κι ο βασιλιάς χάρηκε πάλι μαζί με τον μαρκήσιο. Ο γάτος, που πήγαινε μπροστά από την άμαξα, έλεγε πάντα τα ίδια σε όλους όσους συναντούσε, κι ο βασιλιάς έμενε έκπληκτος με τα μεγάλα πλούτη που είχε ο κύριος μαρκήσιος του Καραμπά.

Στο τέλος ο κύριος γάτος έφτασε σε ένα ωραίο κάστρο, που αφέντης του ήταν ένας δράκος, ο πιο πλούσιος που είχε δει ποτέ κανείς, γιατί όλα τα χωράφια από όπου είχε περάσει ο βασιλιάς ανήκαν σε αυτό το κάστρο. Ο γάτος, που είχε φροντίσει να μάθει ποιος ήταν αυτός ο δράκος και τι ήξερε να κάνει, ζήτησε να του μιλήσει. Είπε πως δεν ήθελε να περάσει τόσο κοντά από το κάστρο του χωρίς να έχει την τιμή να τον χαιρετήσει. Ο δράκος τον δέχτηκε όσο πιο ευγενικά μπορεί να δεχτεί κανέναν ένας δράκος, και τον έβαλε να ξεκουραστεί.

«Με βεβαίωσαν», είπε ο γάτος, «πως έχετε το χάρισμα να μεταμορφώνεστε σε κάθε λογής ζώο, πως μπορείτε, για παράδειγμα, να γίνετε λιοντάρι ή ελέφαντας.» «Αλήθεια είναι», απάντησε απότομα ο δράκος, «και για να σας το αποδείξω, θα με δείτε τώρα να γίνομαι λιοντάρι.» Ο γάτος τρόμαξε τόσο πολύ όταν είδε ένα λιοντάρι μπροστά του, που σκαρφάλωσε αμέσως ψηλά, ως τα λούκια της στέγης, με πολύ κόπο και με μεγάλο κίνδυνο, γιατί οι μπότες του δεν ήταν καθόλου καλές για να περπατάς πάνω στα κεραμίδια.

Λίγο αργότερα, όταν ο γάτος είδε πως ο δράκος είχε πάρει ξανά τη μορφή του, κατέβηκε και ομολόγησε πως είχε φοβηθεί πολύ. «Με βεβαίωσαν ακόμα», είπε ο γάτος, «αλλά δεν μπορώ να το πιστέψω, πως έχετε και τη δύναμη να παίρνετε τη μορφή των πιο μικρών ζώων, για παράδειγμα να γίνεστε αρουραίος ή ποντικάκι. Σας ομολογώ πως αυτό μου φαίνεται εντελώς αδύνατο.» «Αδύνατο;» είπε ο δράκος. «Θα δείτε αμέσως!» Και την ίδια στιγμή έγινε ένα ποντικάκι, που άρχισε να τρέχει πάνω στο πάτωμα. Μόλις το είδε ο γάτος, ρίχτηκε πάνω του και το έφαγε.

Στο μεταξύ ο βασιλιάς, που είδε περνώντας το ωραίο κάστρο του δράκου, θέλησε να μπει μέσα. Ο γάτος άκουσε τον θόρυβο της άμαξας που περνούσε πάνω από την κρεμαστή γέφυρα, έτρεξε να την προϋπαντήσει και είπε στον βασιλιά: «Καλώς ήρθατε, Μεγαλειότατε, στο κάστρο του κυρίου μαρκησίου του Καραμπά!» «Πώς, κύριε μαρκήσιε», φώναξε ο βασιλιάς, «και αυτό το κάστρο είναι δικό σας! Δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από αυτή την αυλή και από όλα αυτά τα κτίρια γύρω της. Ας δούμε και μέσα, αν έχετε την καλοσύνη.»

Ο μαρκήσιος έδωσε το χέρι του στη νεαρή πριγκίπισσα, κι ακολουθώντας τον βασιλιά, που ανέβαινε πρώτος, μπήκαν σε μια μεγάλη αίθουσα. Εκεί βρήκαν ένα υπέροχο τραπέζι με φαγητά, που ο δράκος είχε βάλει να ετοιμάσουν για τους φίλους του. Εκείνοι θα έρχονταν να τον δουν την ίδια ακριβώς μέρα, αλλά δεν τόλμησαν να μπουν, όταν έμαθαν πως ήταν εκεί ο βασιλιάς. Ο βασιλιάς είχε μαγευτεί από τον κύριο μαρκήσιο του Καραμπά και τις χάρες του, όπως και η κόρη του, που ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Κι όταν είδε και τα μεγάλα πλούτη που είχε, αφού ήπιε πέντε έξι ποτηράκια κρασί, του είπε: «Από εσάς μόνο εξαρτάται, κύριε μαρκήσιε, να γίνετε γαμπρός μου.» Ο μαρκήσιος έκανε βαθιές υποκλίσεις και δέχτηκε την τιμή που του έκανε ο βασιλιάς, και την ίδια κιόλας μέρα παντρεύτηκε την πριγκίπισσα. Ο γάτος έγινε μεγάλος άρχοντας και δεν κυνηγούσε πια ποντίκια, παρά μόνο για να διασκεδάζει.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.