Όλο το καλοκαίρι τα μυρμήγκια μαζεύουν σπυριά σιτάρι χωρίς να σταματούν, ενώ ο τζίτζικας τραγουδά χαρούμενος στον ήλιο όλη μέρα. Ένας μύθος του Αισώπου για το πόσο σημαντικό είναι να σκεφτόμαστε και το αύριο, σε ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.
Αίσωπος · 4 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη
Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας: το κείμενο του παραμυθιού
Αίσωπος (έκτος αιώνας προ Χριστού). Ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.
Όλο το καλοκαίρι τα μυρμήγκια δούλευαν σκληρά. Από το χάραμα ως το σούρουπο περνούσαν το λιβάδι σε μακριές σειρές και κουβαλούσαν στη μυρμηγκοφωλιά τα σπυριά από το σιτάρι, που είχαν πέσει από τα στάχυα στο χωράφι. Τα σπυριά ήταν βαριά, σχεδόν πιο μεγάλα από τα ίδια τα μυρμήγκια, μα εκείνα τα τραβούσαν, τα έσπρωχναν και βοηθούσαν το ένα το άλλο. Ο πιο εργατικός από όλους ήταν ένας μικρός καφετής μέρμηγκας, που ξυπνούσε πάντα πρώτος και πλάγιαζε πάντα τελευταίος.
Πολύ κοντά στη μυρμηγκοφωλιά, κάτω από μια μεγάλη πέτρα, ζούσε ένας τζίτζικας. Όλη μέρα καθόταν πάνω σε ένα χορταράκι, λιαζόταν και τραγουδούσε τα χαρούμενα τραγούδια του. «Τζι, τζι, τζι», τραγουδούσε, «πόσο όμορφος είναι ο κόσμος, πόσο ζεστός είναι ο ήλιος!» Όποτε περνούσε από μπροστά του ο μικρός μέρμηγκας με ένα βαρύ σπυρί στην πλάτη, ο τζίτζικας τον κορόιδευε. «Γιατί κουράζεσαι τόσο, μυρμηγκάκι;» φώναζε. «Έλα καλύτερα να καθίσεις δίπλα μου και να ακούσεις πόσο ωραία τραγουδάω. Θα έχεις καιρό για δουλειά κι αργότερα.»
«Δεν έχω καιρό», απάντησε ο μέρμηγκας, και συνέχισε βιαστικά τον δρόμο του. «Τον χειμώνα δεν θα βρίσκεται πουθενά φαγητό, πρέπει λοιπόν να το μαζέψουμε τώρα.» «Ο χειμώνας είναι ακόμα μακριά!» γέλασε ο τζίτζικας, κι άρχισε άλλο ένα τραγούδι.
Το καλοκαίρι πέρασε, ήρθε το φθινόπωρο, κι ύστερα ήρθε ο χειμώνας. Το χιόνι σκέπασε το λιβάδι, ο αέρας σφύριζε γύρω από την πέτρα, κι ο τζίτζικας δεν τραγουδούσε πια. Μια καθαρή, ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα όμως, τα μυρμήγκια άπλωσαν το σιτάρι τους πάνω σε μια μεγάλη πλακουτσωτή πέτρα μπροστά στη μυρμηγκοφωλιά. Η υγρασία είχε μπει στις αποθήκες τους κι είχε νοτίσει το σιτάρι, κι έτσι έπρεπε να το στεγνώσουν, για να μη χαλάσει. Τα κίτρινα σπυριά γυάλιζαν στον ήλιο, και τα μυρμήγκια τα γύριζαν από την άλλη μεριά με μεγάλη προσοχή.
Τότε πλησίασε αργά αργά ο τζίτζικας, τρεκλίζοντας. Ήταν πολύ αδύνατος και ξεπαγιασμένος, τα φτερά του κρέμονταν, κι από την πείνα μόλις που στεκόταν στα πόδια του. «Καλά μου μυρμήγκια», παρακάλεσε σιγανά, «δώστε μου κάτι να φάω, έστω κι ένα σπυρί. Έχω μέρες να φάω.»
Ο μικρός καφετής μέρμηγκας άφησε κάτω το σπυρί του και τον κοίταξε. «Και γιατί το καλοκαίρι δεν μάζευες κι εσύ φαγητό;» τον ρώτησε. «Δεν είχα καιρό», απάντησε ο τζίτζικας. «Περνούσα τις μέρες μου τραγουδώντας τα ωραία μου τραγούδια.» Τότε τα μυρμήγκια έβαλαν τα γέλια. «Ε, λοιπόν», του είπαν, «αφού το καλοκαίρι τραγουδούσες, τώρα τον χειμώνα χόρευε!»
Ο τζίτζικας έσκυψε το κεφάλι και γύρισε σιγά σιγά πίσω, κάτω από την παγωμένη πέτρα του. Λυπόταν πολύ, κι όλο το βράδυ το σκεφτόταν. «Όταν έρθει πάλι το καλοκαίρι», υποσχέθηκε στον εαυτό του, «θα τραγουδάω ακόμα, μα ανάμεσα στα τραγούδια μου θα μαζεύω και φαγητό για τον χειμώνα.»
Ο τζίτζικας έσκυψε το κεφάλι, και με άδεια κοιλιά γύρισε πίσω στο κρύο, κάτω από την παγωμένη πέτρα του.
Από αυτόν τον μύθο μαθαίνουμε πως δεν πρέπει ποτέ να αφήνουμε στην άκρη όσα είναι σημαντικά, για να μη βρεθούμε ύστερα λυπημένοι και σε δύσκολη θέση. Όποιος σκέφτεται από σήμερα το αύριο, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα όταν έρθει ο χειμώνας.





