Ένα γκρίζο ποντικάκι τρέχει πάνω στη μύτη ενός μεγάλου λιονταριού που κοιμάται στον ίσκιο ενός δέντρου Το λιοντάρι κρατά το ποντικάκι στην πατούσα του και γελάει με την καρδιά του Το λιοντάρι είναι πιασμένο σε ένα δίχτυ από χοντρά σκοινιά, και το ποντικάκι ροκανίζει ένα από αυτά με τα δοντάκια του

Το λιοντάρι και το ποντίκι

Το ποντικάκι στη μύτη του λιονταριού · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−4:26

Ένα δυνατό λιοντάρι γελάει με ένα μικροσκοπικό ποντικάκι, που του υπόσχεται πως κάποια μέρα θα το βοηθήσει κι αυτό. Ένας μύθος του Αισώπου για το πόσο καλό μπορεί να κάνει και ο πιο μικρός, σε ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Αίσωπος · 4 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Το λιοντάρι και το ποντίκι: το κείμενο του παραμυθιού

Αίσωπος (έκτος αιώνας προ Χριστού). Ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Στη μέση της απέραντης σαβάνας, στον ίσκιο ενός μεγάλου δέντρου, κοιμόταν ένα λιοντάρι. Ήταν μεγαλόσωμο και δυνατό, με μια χρυσή χαίτη που του έπεφτε ως τους ώμους, και όλα τα ζώα το φοβούνταν. Εκείνο το απόγευμα ήταν ζεστό και ήσυχο, και το λιοντάρι ροχάλιζε τόσο βαθιά, που το χορτάρι γύρω του έτρεμε ολόκληρο.

Τότε πέρασε τρέχοντας από εκεί ένα μικρό γκρίζο ποντικάκι. Βιαζόταν να γυρίσει σπίτι του και δεν πρόσεχε πού πατούσε. Γλίστρησε πάνω από την ουρά του λιονταριού, σκαρφάλωσε βιαστικά στην πλάτη του και στο τέλος πέρασε ίσια πάνω από τη μεγάλη του μύτη. Το λιοντάρι φτερνίστηκε, άνοιξε τα μάτια του και με μιας άρπαξε το ποντικάκι με την πατούσα του. «Ποιος τολμάει να ενοχλεί τον βασιλιά των ζώων;» βρυχήθηκε, τόσο δυνατά, που το ποντικάκι έτρεμε από την άκρη της ουράς ως τα μουστάκια. Ύστερα το λιοντάρι άνοιξε το μεγάλο του στόμα για να το καταπιεί.

«Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, κύριε λιοντάρι», τσίριξε το ποντικάκι, «άφησέ με να φύγω! Δεν το έκανα επίτηδες, αλήθεια. Αν μου χαρίσεις τη ζωή, μια μέρα θα σου ξεπληρώσω το καλό και θα σε βοηθήσω κι εγώ.» Το λιοντάρι το κοίταξε με απορία, κι ύστερα έβαλε τα γέλια. «Εσύ; Να βοηθήσεις εμένα; Ένα τόσο δα ποντικάκι, που δεν μου φτάνει ούτε για μια μπουκιά;» Γελούσε τόσο πολύ, που του ήρθαν δάκρυα στα μάτια. «Καλά λοιπόν», είπε, «μου έφτιαξες τη διάθεση. Πήγαινε.» Σήκωσε την πατούσα του, και το ποντικάκι χάθηκε σαν αστραπή μέσα στο χορτάρι.

Δεν πέρασαν πολλές μέρες. Ένα πρωί ήρθαν στη σαβάνα κυνηγοί κι έστησαν κρυφά ένα μεγάλο δίχτυ από χοντρά σκοινιά. Το λιοντάρι περπατούσε στον δρόμο του και δεν υποψιαζόταν τίποτα. Ξαφνικά το δίχτυ έπεσε πάνω του και το τύλιξε. Οι κυνηγοί το έδεσαν σφιχτά με γερά σκοινιά σε παλούκια μπηγμένα στο χώμα, κι ύστερα έφυγαν να φέρουν ένα κάρο, για να το πάρουν μαζί τους.

Το λιοντάρι τιναζόταν δεξιά κι αριστερά, μα όσο πιο πολύ πάλευε, τόσο πιο σφιχτά το έδεναν τα σκοινιά. Βογκούσε και βρυχιόταν τόσο λυπημένα και τόσο δυνατά, που η φωνή του ακουγόταν πολύ μακριά. Την άκουσε και το ποντικάκι, μέσα στην τρυπούλα του κάτω από τις ρίζες ενός δέντρου. Την αναγνώρισε αμέσως. «Είναι το λιοντάρι μου!» φώναξε, κι έτρεξε όσο το έπαιρναν τα ποδαράκια του.

Όταν έφτασε κοντά του, είδε πως το λιοντάρι ήταν δεμένο ολόκληρο. «Μη φοβάσαι», του είπε, «τώρα θα σε βοηθήσω εγώ.» Έπιασε το πιο χοντρό σκοινί κι άρχισε να το ροκανίζει με τα μικρά, κοφτερά δοντάκια του. Ροκάνιζε και ροκάνιζε, κλωστή κλωστή, ώσπου το σκοινί κόπηκε. Ύστερα έπιασε το δεύτερο, κι έπειτα και το τρίτο, ώσπου το λιοντάρι ήταν ξανά εντελώς ελεύθερο.

Το λιοντάρι σηκώθηκε, τινάχτηκε και κοίταξε με θαυμασμό το μικροσκοπικό ποντικάκι. Το ποντικάκι όμως χαμογέλασε. «Τότε γέλασες μαζί μου, γιατί δεν πίστευες πως ένα μικρό ποντικάκι θα μπορούσε ποτέ να σου ξεπληρώσει το καλό», είπε. «Τώρα όμως το είδες με τα μάτια σου: και τα ποντίκια ξέρουν να λένε ευχαριστώ.» Το λιοντάρι το χάιδεψε απαλά με την άκρη της πατούσας του, κι από εκείνη τη μέρα έγιναν οι καλύτεροι φίλοι.

Αυτός ο μύθος μας δείχνει πως τα πράγματα αλλάζουν, κι ακόμα και ο πιο δυνατός μπορεί κάποια μέρα να χρειαστεί τη βοήθεια του πιο αδύναμου. Γι' αυτό μην κοροϊδεύεις ποτέ κανέναν επειδή είναι μικρός.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.