Ένα μαύρο κοράκι με ένα κομμάτι κρέας στο ράμφος κάθεται περήφανο στο κλαδί ενός ψηλού δέντρου Κάτω από το δέντρο η αλεπού παινεύει γλυκά το κοράκι, που φουσκώνει από περηφάνια Το κοράκι κρώζει δυνατά, και το κομμάτι κρέας πέφτει ίσια μπροστά στην αλεπού

Η αλεπού και το κοράκι

Το κοράκι στο κλαδί · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−3:12

Ένα περήφανο κοράκι κάθεται σε ένα ψηλό δέντρο με ένα κομμάτι κρέας στο ράμφος, και κάτω από το δέντρο σταματά μια πονηρή αλεπού. Ο μύθος του Αισώπου για το γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε όλα τα γλυκόλογα, σε ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Αίσωπος · 3 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Η αλεπού και το κοράκι: το κείμενο του παραμυθιού

Αίσωπος (έκτος αιώνας προ Χριστού). Ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Στην άκρη ενός χωριού ζούσε ένα μαύρο κοράκι, με γυαλιστερά φτερά και μεγάλο ράμφος. Ένα πρωί, καθώς πετούσε πάνω από την αυλή ενός αγροτόσπιτου, είδε στο περβάζι ενός παραθύρου ένα κομμάτι κρέας, που το είχε αφήσει εκεί η νοικοκυρά για να κρυώσει. Το κοράκι δεν το σκέφτηκε πολύ. Βούτηξε χαμηλά, άρπαξε το κρέας με το ράμφος του, και σε μια στιγμή πετούσε πάλι στον αέρα. Πήγε και κάθισε σε ένα ψηλό δέντρο στη μέση του λιβαδιού, βολεύτηκε σε ένα κλαδί και κρατούσε περήφανα το νόστιμο κομμάτι στο ράμφος του.

Ακριβώς εκείνη την ώρα πέρασε κάτω από το δέντρο μια αλεπού. Μύρισε το κρέας, σήκωσε το κεφάλι και είδε το κοράκι. «Αυτό το κομμάτι κρέας θα ήταν τέλειο για το πρωινό μου», σκέφτηκε. Στο δέντρο όμως δεν μπορούσε να σκαρφαλώσει, κι έτσι άρχισε να ψάχνει τρόπο να το κάνει δικό της. Σε λίγο τα μάτια της έλαμψαν. Κάθισε κάτω από το δέντρο, έστρωσε όμορφα την ουρά της και χαμογέλασε γλυκά.

«Καλημέρα, αγαπητό μου κοράκι!» του είπε με την πιο γλυκιά της φωνή. «Πόσο μεγάλο και πόσο όμορφο είσαι! Τα φτερά σου γυαλίζουν σαν μαύρο μετάξι, και τι λεβέντικο κορμί, τι υπέροχο ράμφος! Τόσο ωραίο πουλί δεν έχω ξαναδεί.» Το κοράκι φούσκωσε ολόκληρο από περηφάνια και τεντώθηκε πάνω στο κλαδί. Κανείς δεν του είχε πει ποτέ τόσο όμορφα λόγια.

«Εσύ θα έπρεπε να είσαι ο βασιλιάς όλων των πουλιών», αναστέναξε η αλεπού. «Και σίγουρα θα ήσουν κιόλας, αν είχες και φωνή.» Το κοράκι θέλησε αμέσως να δείξει στην αλεπού πως είχε φωνή, και μάλιστα σπουδαία. Άνοιξε διάπλατα το ράμφος του κι έκρωξε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Κρα, κρα, κρα!» Την ίδια στιγμή το κρέας γλίστρησε από το ράμφος του κι έπεσε ίσια μπροστά στις πατούσες της αλεπούς.

Η αλεπού χύμηξε και το άρπαξε με τα δόντια της. Ύστερα σήκωσε τα μάτια προς το κοράκι και χαμογέλασε πονηρά. «Αχ, καλό μου κοράκι», είπε, «φωνή έχεις, δεν λέω. Αν είχες και λίγο μυαλό, δεν θα σου έλειπε τίποτα για να γίνεις βασιλιάς όλων.» Και με το πρωινό της στο στόμα έφυγε χαρούμενη, κουνώντας την ουρά της, πέρα από το λιβάδι.

Το κοράκι όμως έμεινε στο κλαδί, την κοίταζε να φεύγει και κατέβασε λυπημένο το κεφάλι. Μόνο τώρα κατάλαβε γιατί η αλεπού το είχε παινέψει τόσο πολύ. Όποιος σε γεμίζει με παινέματα, συνήθως κάτι θέλει από σένα.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.