Ένα αγόρι ανοίγει στα γενέθλιά του ένα κουτί με μολυβένια στρατιωτάκια, και το ένα από αυτά έχει μόνο ένα πόδι Μια χάρτινη χορεύτρια στέκεται στο ένα πόδι μπροστά σε ένα χάρτινο κάστρο, κι ο στρατιώτης την κοιτάζει πίσω από την ταμπακιέρα Ένας μαύρος καλικάντζαρος σε ελατήριο πετάγεται από την ταμπακιέρα, και τα παιχνίδια χορεύουν πάνω στο τραπέζι Ο μολυβένιος στρατιώτης ταξιδεύει σε μια χάρτινη βάρκα στο αυλάκι του δρόμου μετά τη βροχή, και δυο αγόρια τρέχουν δίπλα του Ένα αγόρι κρατά τον μολυβένιο στρατιώτη, που γύρισε στο σπίτι, μπροστά στη μικρή χορεύτρια και στο κάστρο πάνω στο τραπέζι Στη ζεστή λάμψη της σόμπας λάμπουν μια μικρή μολυβένια καρδιά και μια πούλια

Ο μολυβένιος στρατιώτης

Είκοσι πέντε στρατιωτάκια · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−12:55

Ένας μολυβένιος στρατιώτης με ένα μόνο πόδι ερωτεύεται μια μικρή χάρτινη χορεύτρια και ξεκινά ένα απρόσμενο ταξίδι στον κόσμο. Ένα τρυφερό παραμύθι του Άντερσεν για την πίστη και το θάρρος, μεταφρασμένο από το δανικό πρωτότυπο.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν · 13 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Ο μολυβένιος στρατιώτης: το κείμενο του παραμυθιού

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (1838). Μετάφραση από το δανικό πρωτότυπο «Den standhaftige Tinsoldat».

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν είκοσι πέντε μολυβένια στρατιωτάκια. Ήταν όλα αδέλφια, γιατί είχαν γεννηθεί όλα από ένα παλιό μολυβένιο κουτάλι. Κρατούσαν το όπλο στον ώμο και κοίταζαν ίσια μπροστά τους, και η στολή τους ήταν κόκκινη και μπλε, πανέμορφη. Το πρώτο πράγμα που άκουσαν σε αυτόν τον κόσμο, όταν σήκωσαν το καπάκι από το κουτί όπου ήταν ξαπλωμένα, ήταν η λέξη: «Μολυβένια στρατιωτάκια!» Τη φώναξε ένα μικρό αγόρι και χτυπούσε παλαμάκια. Του τα είχαν χαρίσει, γιατί ήταν τα γενέθλιά του, και τώρα τα έστηνε πάνω στο τραπέζι.

Οι στρατιώτες έμοιαζαν μεταξύ τους σαν δυο σταγόνες νερό, μόνο ένας ήταν λίγο διαφορετικός. Είχε ένα μόνο πόδι, γιατί τον είχαν φτιάξει τελευταίο και δεν είχε φτάσει το μέταλλο. Όμως στεκόταν στο ένα του πόδι το ίδιο σταθερά όσο κι οι άλλοι στα δυο τους, κι αυτός ακριβώς είναι που έγινε ξακουστός.

Πάνω στο τραπέζι όπου τους έστησαν υπήρχαν κι άλλα πολλά παιχνίδια, αλλά αυτό που τραβούσε πιο πολύ τα βλέμματα ήταν ένα πανέμορφο κάστρο από χαρτί. Από τα μικρά του παράθυρα μπορούσες να δεις ίσια μέσα στις αίθουσες. Απ' έξω υπήρχαν μικρά δεντράκια, γύρω από έναν μικρό καθρέφτη που έκανε πως ήταν λίμνη. Κύκνοι από κερί κολυμπούσαν πάνω του και καθρεφτίζονταν. Όλα ήταν πανέμορφα, αλλά το πιο όμορφο απ' όλα ήταν μια μικρή δεσποινίδα, που στεκόταν στη μέση της ανοιχτής πόρτας του κάστρου. Κι αυτή ήταν κομμένη από χαρτί, αλλά φορούσε μια φουστίτσα από το πιο λεπτό και διάφανο ύφασμα, και μια στενή γαλάζια κορδέλα στον ώμο, σαν εσάρπα. Στη μέση της κορδέλας έλαμπε μια πούλια, μεγάλη όσο όλο της το πρόσωπο.

Η μικρή δεσποινίδα είχε απλωμένα και τα δυο της χέρια, γιατί ήταν χορεύτρια, και το ένα της πόδι το είχε σηκώσει τόσο ψηλά στον αέρα, που ο μολυβένιος στρατιώτης δεν μπορούσε καθόλου να το βρει, και νόμιζε πως κι εκείνη είχε ένα μόνο πόδι, όπως αυτός. «Αυτή θα ήταν η γυναίκα για μένα!» σκέφτηκε. «Αλλά είναι πολύ αρχοντική, μένει σε κάστρο, κι εγώ έχω μόνο ένα κουτί, και μέσα σε αυτό είμαστε είκοσι πέντε. Δεν είναι μέρος για εκείνη! Πρέπει όμως να προσπαθήσω να τη γνωρίσω!» Κι έτσι ξάπλωσε φαρδύς πλατύς πίσω από μια ταμπακιέρα που ήταν πάνω στο τραπέζι. Από εκεί μπορούσε να κοιτάζει με την ησυχία του τη μικρή, λεπτή κυρία, που στεκόταν όλη την ώρα στο ένα της πόδι, χωρίς να χάνει την ισορροπία της.

Όταν βράδιασε, όλα τα άλλα μολυβένια στρατιωτάκια μπήκαν στο κουτί τους, κι οι άνθρωποι του σπιτιού πήγαν για ύπνο. Τότε τα παιχνίδια άρχισαν να παίζουν, να πηγαίνουν επισκέψεις το ένα στο άλλο, να κάνουν πόλεμο και να δίνουν χορό. Τα μολυβένια στρατιωτάκια κροτάλιζαν μέσα στο κουτί, γιατί ήθελαν να είναι κι αυτά μαζί, αλλά δεν μπορούσαν να σηκώσουν το καπάκι. Ο καρυοθραύστης έκανε τούμπες, και το κοντύλι έκανε φασαρία πάνω στην πλάκα. Έγινε τέτοιος θόρυβος, που ξύπνησε το καναρίνι κι άρχισε κι αυτό να μιλάει, και μάλιστα με στίχους.

Οι μόνοι που δεν κουνήθηκαν από τη θέση τους ήταν ο μολυβένιος στρατιώτης και η μικρή χορεύτρια. Εκείνη στεκόταν ολόισια στη μύτη του ποδιού της, με τα δυο της χέρια απλωμένα, κι εκείνος στεκόταν το ίδιο σταθερά στο ένα του πόδι, και τα μάτια του ούτε για μια στιγμή δεν ξεκολλούσαν από πάνω της.

Τότε το ρολόι χτύπησε δώδεκα, και τσουπ, πετάχτηκε το καπάκι της ταμπακιέρας. Μέσα όμως δεν είχε καπνό, όχι, είχε έναν μικρό μαύρο καλικάντζαρο πάνω σε ελατήριο, γιατί ήταν ένα κουτί με έκπληξη. «Μολυβένιε στρατιώτη!» είπε ο καλικάντζαρος. «Μάζεψε τα μάτια σου!» Ο μολυβένιος στρατιώτης όμως έκανε πως δεν άκουσε. «Καλά, περίμενε και θα δεις αύριο!» είπε ο καλικάντζαρος.

Όταν ξημέρωσε και τα παιδιά σηκώθηκαν, έβαλαν τον μολυβένιο στρατιώτη στο περβάζι του παραθύρου. Και, είτε έφταιγε ο καλικάντζαρος είτε το ρεύμα του αέρα, το παράθυρο άνοιξε ξαφνικά, κι ο στρατιώτης έπεσε με το κεφάλι από τον τρίτο όροφο. Ήταν μια τρομερή πτώση! Βρέθηκε με το πόδι ίσια προς τα πάνω, στηριγμένος στο καπέλο της στολής του, με τη λόγχη σφηνωμένη ανάμεσα στις πέτρες του καλντεριμιού.

Η υπηρέτρια και το μικρό αγόρι κατέβηκαν αμέσως να τον ψάξουν. Όμως, παρόλο που κόντεψαν να τον πατήσουν, δεν μπόρεσαν να τον δουν. Αν ο μολυβένιος στρατιώτης είχε φωνάξει «Εδώ είμαι!», σίγουρα θα τον έβρισκαν, αλλά εκείνος δεν θεώρησε σωστό να φωνάζει δυνατά, αφού φορούσε στολή.

Τότε άρχισε να βρέχει, οι σταγόνες έπεφταν όλο και πιο πυκνές, ώσπου έγινε μια κανονική μπόρα. Όταν πέρασε, ήρθαν δυο αγόρια. «Κοίτα!» είπε το ένα. «Εκεί κάτω είναι ένας μολυβένιος στρατιώτης! Θα πάει βαρκάδα!»

Έφτιαξαν λοιπόν μια βάρκα από εφημερίδα, έβαλαν τον μολυβένιο στρατιώτη στη μέση της, κι εκείνος άρχισε να ταξιδεύει μέσα στο αυλάκι στην άκρη του δρόμου. Τα δυο αγόρια έτρεχαν δίπλα του και χτυπούσαν παλαμάκια. Θεέ μου, τι κύματα που είχε εκείνο το αυλάκι, και τι ρεύμα! Ε, βέβαια, είχε πέσει και τόση βροχή. Η χάρτινη βάρκα χοροπηδούσε πάνω κάτω, και κάπου κάπου γύριζε τόσο γρήγορα, που ο μολυβένιος στρατιώτης έτρεμε ολόκληρος. Εκείνος όμως έμεινε σταθερός, δεν άλλαξε καθόλου την έκφρασή του, κοίταζε ίσια μπροστά και κρατούσε το όπλο στον ώμο.

Ξαφνικά η βάρκα μπήκε κάτω από μια μακριά σανίδα που σκέπαζε το αυλάκι, κι έγινε τόσο σκοτεινά, σαν να ήταν μέσα στο κουτί του. «Πού να πηγαίνω τώρα άραγε;» σκέφτηκε. «Ναι, ναι, φταίει ο καλικάντζαρος! Αχ, να καθόταν τουλάχιστον η μικρή δεσποινίδα εδώ μέσα στη βάρκα, κι ας ήταν και δυο φορές πιο σκοτεινά!»

Την ίδια στιγμή ήρθε ένας μεγάλος αρουραίος του νερού, που ζούσε κάτω από τη σανίδα. «Έχεις διαβατήριο;» ρώτησε ο αρουραίος. «Δώσε μου το διαβατήριό σου!» Ο μολυβένιος στρατιώτης όμως δεν έβγαλε λέξη και κράτησε ακόμα πιο σφιχτά το όπλο του. Η βάρκα έτρεχε μπροστά κι ο αρουραίος από πίσω. Αχ, πόσο έτριζε τα δόντια του και φώναζε στα ξυλαράκια και στα άχυρα: «Πιάστε τον! Πιάστε τον! Δεν πλήρωσε διόδια! Δεν έδειξε διαβατήριο!»

Όμως το ρεύμα γινόταν όλο και πιο δυνατό. Ο μολυβένιος στρατιώτης έβλεπε κιόλας το φως της μέρας μπροστά του, εκεί όπου τελείωνε η σανίδα, αλλά άκουγε κι ένα βουητό, που θα μπορούσε να τρομάξει ακόμα και τον πιο γενναίο άντρα. Φανταστείτε, εκεί όπου τελείωνε η σανίδα, το αυλάκι χυνόταν ίσια μέσα σε ένα μεγάλο κανάλι! Γι' αυτόν ήταν τόσο επικίνδυνο, όσο θα ήταν για μας να κατεβαίνουμε με βάρκα έναν μεγάλο καταρράκτη.

Τώρα ήταν πια τόσο κοντά, που δεν μπορούσε να σταματήσει. Η βάρκα πετάχτηκε έξω, κι ο καημένος ο μολυβένιος στρατιώτης κρατιόταν όσο πιο ίσιος μπορούσε, γιατί κανείς δεν έπρεπε να πει πως ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Η βάρκα γύρισε τρεις τέσσερις φορές γύρω γύρω και γέμισε νερό ως το χείλος, κι έπρεπε πια να βουλιάξει. Ο μολυβένιος στρατιώτης στεκόταν μέσα στο νερό ως τον λαιμό, η βάρκα βούλιαζε όλο και πιο βαθιά, και το χαρτί μούσκευε κι έλιωνε όλο και περισσότερο. Τώρα το νερό σκέπασε το κεφάλι του στρατιώτη. Τότε σκέφτηκε τη μικρή, χαριτωμένη χορεύτρια, που δεν θα την έβλεπε ποτέ πια, κι αντήχησε στα αυτιά του: «Κίνδυνος, κίνδυνος, πολεμιστή! Ο θάνατος σε περιμένει!»

Τότε το χαρτί σκίστηκε, κι ο μολυβένιος στρατιώτης έπεσε από μέσα, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή τον κατάπιε ένα μεγάλο ψάρι. Αχ, τι σκοτάδι που ήταν εκεί μέσα! Ήταν ακόμα χειρότερα απ' ό,τι κάτω από τη σανίδα του αυλακιού, κι ήταν και τόσο στενά! Ο μολυβένιος στρατιώτης όμως έμεινε σταθερός και ξάπλωσε φαρδύς πλατύς, με το όπλο στον ώμο.

Το ψάρι στριφογύριζε πέρα δώθε και έκανε τις πιο τρομερές κινήσεις. Στο τέλος έμεινε εντελώς ακίνητο, κι ύστερα κάτι πέρασε μέσα του σαν αστραπή. Ένα φως έλαμψε καθαρά, και κάποιος φώναξε δυνατά: «Ο μολυβένιος στρατιώτης!» Το ψάρι, βλέπετε, το είχαν πιάσει, το είχαν φέρει στην αγορά, το είχαν πουλήσει, κι έτσι είχε βρεθεί στην κουζίνα, όπου η υπηρέτρια το άνοιξε με ένα μεγάλο μαχαίρι. Εκείνη έπιασε τον στρατιώτη από τη μέση με τα δυο της δάχτυλα και τον πήγε στο σαλόνι, όπου όλοι ήθελαν να δουν έναν τόσο αξιοθαύμαστο άντρα, που είχε ταξιδέψει μέσα στην κοιλιά ενός ψαριού. Ο μολυβένιος στρατιώτης όμως δεν ήταν καθόλου περήφανος.

Τον έστησαν πάνω στο τραπέζι, κι εκεί, αχ, τι παράξενα που γίνονται τα πράγματα στον κόσμο! Ο μολυβένιος στρατιώτης βρισκόταν στο ίδιο ακριβώς δωμάτιο όπου ήταν και πριν. Έβλεπε τα ίδια παιδιά, και τα ίδια παιχνίδια στέκονταν πάνω στο τραπέζι, το πανέμορφο κάστρο με τη χαριτωμένη μικρή χορεύτρια. Εκείνη στεκόταν ακόμα στο ένα πόδι και είχε το άλλο ψηλά στον αέρα. Ήταν κι αυτή σταθερή. Αυτό συγκίνησε τόσο τον μολυβένιο στρατιώτη, που λίγο έλειψε να κλάψει μολυβένια δάκρυα, αλλά αυτό δεν θα ταίριαζε σε στρατιώτη. Την κοίταζε κι εκείνη τον κοίταζε, αλλά δεν είπαν τίποτα.

Τότε ένα από τα μικρά αγόρια άρπαξε τον στρατιώτη και τον πέταξε ίσια μέσα στη σόμπα, χωρίς να έχει κανέναν λόγο. Σίγουρα έφταιγε ο καλικάντζαρος της ταμπακιέρας. Ο μολυβένιος στρατιώτης στεκόταν μέσα στη λάμψη της φωτιάς και ένιωθε μια τρομερή ζέστη, αλλά δεν ήξερε αν ήταν από την αληθινή φωτιά ή από την αγάπη. Τα χρώματά του είχαν ξεθωριάσει εντελώς, και κανείς δεν μπορούσε να πει αν αυτό είχε γίνει στο ταξίδι ή από τη λύπη.

Κοίταζε τη μικρή δεσποινίδα κι εκείνη τον κοίταζε, κι ένιωθε πως έλιωνε, αλλά στεκόταν ακόμα σταθερός με το όπλο στον ώμο. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε μια πόρτα, ο αέρας άρπαξε τη χορεύτρια, κι εκείνη πέταξε σαν νεράιδα ίσια μέσα στη σόμπα, κοντά στον μολυβένιο στρατιώτη. Άναψε σε μια φλόγα κι εξαφανίστηκε. Έπειτα ο μολυβένιος στρατιώτης έλιωσε κι έγινε ένας μικρός σβόλος. Κι όταν την άλλη μέρα η υπηρέτρια έβγαζε τη στάχτη, τον βρήκε να έχει γίνει μια μικρή μολυβένια καρδιά. Από τη χορεύτρια όμως είχε μείνει μόνο η πούλια, κι αυτή είχε καεί κατάμαυρη.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.